Στο παρασκήνιο της πολιτικής ζωής επαναλαμβάνεται ένα έργο που, αν και παλιό, μοιάζει σήμερα πιο προκλητικό από ποτέ: οι μεταγραφές βουλευτών από κόμμα σε κόμμα. Πρόκειται για κινήσεις που δεν συνοδεύονται από ιδεολογικές τομές, πολιτική αυτοκριτική ή νέες κοινωνικές προτάσεις. Αντίθετα, βασίζονται στη στενή λογική της κοινοβουλευτικής αριθμητικής και της προσωπικής πολιτικής επιβίωσης. Είναι μια πολιτική «καρέκλας», αποκομμένη από τις ανάγκες και τις αγωνίες της κοινωνίας.
Οι έδρες στη Βουλή δεν αποτελούν ατομικό λάφυρο. Είναι προϊόν συλλογικής επιλογής των πολιτών, οι οποίοι ψήφισαν συγκεκριμένα κόμματα, προγράμματα και δεσμεύσεις. Όταν αυτές οι έδρες μετακινούνται με συμφωνίες κορυφής, χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση ή λογοδοσία, η δημοκρατία αποδυναμώνεται. Η πολιτική μετατρέπεται σε κλειστό κύκλωμα, όπου οι πολίτες παρακολουθούν ως θεατές αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η δημόσια παρέμβαση του Δημάρχου Αθηναίων, Χάρη Δούκα, ο οποίος μίλησε ανοιχτά για πολιτική ανηθικότητα στις μεταγραφές βουλευτών και στην «αρπαγή» εδρών. Η φράση του «εμένα δεν μου αρέσει το πλιάτσικο» συμπυκνώνει ένα ευρύτερο κοινωνικό αίσθημα: την κόπωση από τις συναλλαγές εξουσίας και τη βαθιά δυσπιστία απέναντι σε πρακτικές που θυμίζουν περισσότερο παζάρι παρά δημοκρατική διαδικασία.
Στα πολιτικά γραφεία συζητείται έντονα ότι τέτοιες κινήσεις γίνονται με μοναδικό στόχο τη διατήρηση σχημάτων που αδυνατούν να παράξουν ουσιαστική πολιτική πρόταση. Οι μεταγραφές λειτουργούν ως τεχνητή αναπνοή για μηχανισμούς που έχουν χάσει την επαφή τους με την κοινωνική βάση. Μπορεί να προσφέρουν κάποια πρόσκαιρα οφέλη σε επίπεδο συσχετισμών, όμως μακροπρόθεσμα βαθαίνουν την κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνία συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με την ακρίβεια, την εργασιακή ανασφάλεια,την στεγαστική κρίση και την θεσμική απαξίωση. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι μεταγραφές βουλευτών δεν συγκινούν, δεν εμπνέουν και δεν δίνουν λύσεις. Αντίθετα, ενισχύουν την αίσθηση ότι η πολιτική ελίτ συζητά για τον εαυτό της, αγνοώντας τις πραγματικές προτεραιότητες των πολιτών.
Το κρίσιμο ερώτημα, τελικά, δεν είναι ποιος αλλάζει κόμμα και ποιος διατηρεί την έδρα του. Είναι ποιος μένει συνεπής με την κοινωνία, με τις δεσμεύσεις του και με την ανάγκη για μια πολιτική που να βασίζεται σε αρχές, διαφάνεια και ουσιαστικό κοινωνικό προσανατολισμό. Μέχρι τότε, κάθε νέα «μεταγραφή» δεν θα κάνει τίποτα άλλο από το να μεγαλώνει την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνία. Και φυσικά την ευθύνη θα την έχουν στο ακέραιο, εκείνοι οι πολιτικοί αρχηγοί που υιοθετούν τέτοιες πρακτικές .

