Τα μη εξυπηρετούμενα ή «κόκκινα» δάνεια αποτελούν ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας την τελευταία δεκαπενταετία. Η μεταφορά τους από τις τράπεζες σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και επενδυτικά κεφάλαια (funds) ανέδειξε κρίσιμα νομικά ζητήματα, με κορυφαίο αυτό του τρόπου με τον οποίο υπολογίζονται και τοκίζονται οι οφειλές. Στο πλαίσιο αυτό θα συνέλθει τις επόμενες ώρες η ολομέλεια του Αρείου Πάγου και θα συσκεφθεί στο πλαίσιο της πιλοτικής δίκης που έλαβε χώρα ένα χρόνο νωρίτερα, προκειμένου να αποφασίσει τη μέθοδο υπολογισμού των τόκων για τους οφειλέτες του Νόμου Κατσέλη.
Το θέμα που έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση είναι εάν οι ρυθμίσεις θα πρέπει να τοκίζουν το κεφάλαιο στο σύνολό του ή να υπολογίζονται σε μηνιαία βάση, κάτι που όπως υποστηρίζουν οι servicers καθιστά το δάνειο άτοκο.
Πιο συγκεκριμένα ο Άρειος Πάγος καλείται να λάβει απόφαση για το αν ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται πάνω στο ολόκληρο ποσό του δανείου από την αρχή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι μηνιαίες αποπληρωμές ή να υπολογίζεται σε μηνιαία βάση, επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης του δανείου.
Η Ολομέλεια κλήθηκε να ερμηνεύσει βασικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και της ειδικής τραπεζικής νομοθεσίας, ιδίως ως προς το εάν και σε ποιο βαθμό επιτρέπεται ο ανατοκισμός (κεφαλαιοποίηση τόκων) μετά την καθυστέρηση πληρωμής του δανείου. Σύμφωνα με πάγια αρχή του ελληνικού δικαίου, ο ανατοκισμός απαγορεύεται, εκτός εάν προβλέπεται ρητά από τον νόμο ή εφόσον έχουν παρέλθει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η επίδοση αγωγής ή η ρητή συμφωνία των μερών εντός των νόμιμων πλαισίων.
Τι σημαίνει η αναμενόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου
Για παράδειγμα ένα δάνειο ύψους 100.000 ευρώ παράγει με ένα επιτόκιο 3%, τόκους 3.000 ευρώ ετησίως. Κάτι που σημαίνει πως ο δανειολήπτης σε ένα οποιοδήποτε δάνειο, οφείλει να πληρώνει το μήνα 250 ευρώ τόκους το μήνα και 3.000 ευρώ τόκους το χρόνο. Εάν οι τόκοι υπολογίζονται επί της δόσης του δανείου τότε στο ίδιο αυτό δάνειο και σε μια μέση περίπτωση με δόση 500 ευρώ το μήνα, οι τόκοι θα πρέπει να υπολογίζονται επί της δόσης και με ένα επιτόκιο 3% να διαμορφώνονται σε 15 ευρώ το μήνα στοιχείο που καθιστά το δάνειο, όπως επισημαίνουν οι servicers, πρακτικά άτοκο μιας και ο δανειολήπτης καλείται να πληρώνει 180 ευρώ τόκους το χρόνο.
Υπέρ των δανειοληπτών είχε αποφανθεί η πρώην Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη, επισημαίνοντας με εισήγησή της πως ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης του δανείου και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου.
Στο σκεπτικό της, η κυρία Αδειλίνη μεταξύ των άλλων ανέφερε πως η ρύθμιση της οφειλής, βάσει των σχετικών διατάξεων του νόμου, οδηγεί σε επανακαθορισμό όλων των όρων και προχωρεί σε διαπλαστικής φύσης ρύθμιση των σχέσεων δανειστή – οφειλέτη.
«Δεν συνιστά απλή τροποποίηση των όρων της δανειακής σύμβασης, αλλά επιφέρει την αναστολή της ισχύος της συμβατικής σχέσης και τη δημιουργία νέου πλαισίου ρύθμισης της οφειλής. Το δικαστήριο, δηλαδή, καθορίζει το σύνολο των όρων αποπληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μηνιαίας δόσης, η οποία αποτελεί την οροφή και όχι τη βάση υπολογισμού» σημείωνε η εισήγηση.
Το συγκεκριμένο θέμα για το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας καλείται να αποφασίσει, αφορά περί τους 350.000 δανειολήπτες .
Σύμφωνα με πληροφορίες και ο νυν εισηγητής , (αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Σωτήρης Πλαστήρας) τάσσεται υπέρ των δανειοληπτών, κάτι που ωστόσο δεν δεσμεύει την Ολομέλεια σε καμία περίπτωση.
Μια απόφαση υπέρ των δανειοληπτών θα επηρεάσει κυρίως τα χαρτοφυλάκια HAPS (δηλαδή αυτά του Ηρακλή), όχι μόνο τις εκκρεμείς υποθέσεις, αλλά και το υπάρχον βιβλίο, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο στις χρηματορροές των τιτλοποιήσεων.
Σύμφωνα με έκθεση της KPMG για λογαριασμό της Ένωσης Εταιριών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΕΔΑΔΠ) , η αρνητική επίπτωση στις τιτλοποιήσεις μπορεί να φτάσει περίπου 1 δισ. ευρώ, με ανεπανόρθωτες ζημίες και βέβαιο πλήγμα στις εγγυήσεις του Δημοσίου.
Οι servicers από την πλευρά τους αγωνιούν και σημειώνουν ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να επεκτείνει την επιχειρηματολογία και σε άλλες περιπτώσεις, όπως τον Εξωδικαστικό και τους Ευάλωτους αν και θα πρέπει να σημειωθεί πως το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν είναι εξαιρετικά πειστικό γιατί ο διαφορετικός τρόπος εκτοκισμού στο νόμο Κατσέλη αποτελεί προϊόν δικαστικής απόφασης και της ερμηνείας της.
Ενα τελευταίο επιχείρημα των servicers είναι πως το σύνολο της αποπληρωμής των ενταγμένων δανειοληπτών στο Νόμο Κατσέλη έναντι της συνολικής αξίας του ενεχύρου έχει μειωθεί αισθητά αφού έχουν αυξηθεί πολύ οι τιμές των ακινήτων.
Πάντως θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Νόμος Κατσέλη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα νομοθετικά εργαλεία για την προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει εφαρμοστεί στο σύνολό του. Παρότι αρχικά σχεδιάστηκε για να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στους δανειολήπτες που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, στην πράξη η εφαρμογή του υπήρξε αποσπασματική και συχνά καθυστερημένη. Ένα κρίσιμο σημείο του Νόμου αφορά την πρόβλεψη για εκποίηση άλλων περιουσιακών στοιχείων των δανειοληπτών, πέραν της κύριας κατοικίας, με στόχο τη μερική ικανοποίηση των πιστωτών και την εξισορρόπηση των συμφερόντων των δύο πλευρών.
Μέχρι πρόσφατα, η συγκεκριμένη πτυχή του Νόμου παρέμενε ουσιαστικά ανενεργή, γεγονός που δημιούργησε στρεβλώσεις και άνιση μεταχείριση μεταξύ των δανειοληπτών. Πλέον, όμως, έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες για την εφαρμογή της, σηματοδοτώντας μια νέα φάση στην υλοποίηση του θεσμικού πλαισίου.

