Η ανάγκη για μια νέα, ρεαλιστική και δίκαιη ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο σε έως 120 δόσεις επανέρχεται δυναμικά στο δημόσιο διάλογο, με αφορμή την τεκμηριωμένη πρόταση του προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και εκ των εμβληματικών παραγόντων της Ελληνικής αγοράς , Γιάννη Χατζηθεοδοσίου. Πρόκειται για μια πρόταση που δεν κινείται στη σφαίρα του λαϊκισμού ούτε συνιστά εύκολη πολιτική υπόσχεση. Αντιθέτως, αποτελεί ένα ώριμο και αναγκαίο μέτρο, ικανό να προσφέρει ουσιαστικές λύσεις σε ένα χρόνιο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.
Σήμερα, χιλιάδες επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και αυτοαπασχολούμενοι βρίσκονται εκτός κάθε ρύθμισης οφειλών. Όχι επειδή δεν θέλουν να πληρώσουν, αλλά επειδή οι προηγούμενες ρυθμίσεις ήταν τόσο αυστηρές και περιοριστικές, που στην πράξη απέκλειαν τη μεγάλη πλειονότητα των οφειλετών. Το αποτέλεσμα είναι χρέη που λιμνάζουν, επιχειρήσεις που ασφυκτιούν και ένα Δημόσιο που τελικά δεν εισπράττει.
Μια νέα ρύθμιση 120 δόσεων, με ευρείες και ρεαλιστικές προϋποθέσεις ένταξης, μπορεί να ανατρέψει αυτή την εικόνα. Μπορεί να δώσει τη δυνατότητα σε χιλιάδες πολίτες να ενταχθούν για πρώτη φορά σε ρύθμιση, αλλά και σε οφειλέτες που βρέθηκαν εκτός προηγούμενων ρυθμίσεων να επανενταχθούν. Έτσι, «νεκρά» χρέη μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικά έσοδα για το κράτος, χωρίς κανένα δημοσιονομικό κόστος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα των τόκων και των προσαυξήσεων. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του ΕΕΑ, η αποπληρωμή του αρχικού κεφαλαίου είναι αυτονόητη. Δεν είναι όμως λογικό ούτε δίκαιο οι οφειλές να διογκώνονται σε δυσθεώρητα ύψη λόγω υπέρογκων τόκων και πανωτοκίων, που συχνά ξεπερνούν το ίδιο το κεφάλαιο. Η δραστική μείωση ή διαγραφή αυτών των επιβαρύνσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια βιώσιμη λύση.
Παράλληλα, η ρύθμιση οφείλει να είναι ενιαία και να περιλαμβάνει όλες τις οφειλές προς το Δημόσιο, τόσο προς την εφορία όσο και προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι επιχειρήσεις λειτουργούν ως ενιαίες οικονομικές μονάδες και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται.
Η πρόταση για τις 120 δόσεις δεν είναι καινούρια. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών την έχει καταθέσει εδώ και καιρό, στο πλαίσιο της στήριξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και της ενίσχυσης της ρευστότητας στην αγορά. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να υιοθετήσει ένα μέτρο που μπορεί να αποδώσει πολλαπλά οφέλη: περισσότερα δημόσια έσοδα, μεγαλύτερη συνέπεια και ουσιαστική ανάσα για την πραγματική οικονομία. Μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί.
ΟΛΗ Η ΔΗΛΩΣΗ ΧΑΤΖΗΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
Η ανάγκη για μια νέα, ρεαλιστική και δίκαιη ρύθμιση οφειλών σε έως 120 δόσεις προς
το Δημόσιο δεν αποτελεί ούτε λαϊκισμό ούτε μια εύκολη υπόσχεση. Αντιθέτως,
πρόκειται για ένα απολύτως τεκμηριωμένο μέτρο, το οποίο –και αξίζει να τονισθεί–
δεν συνεπάγεται κανένα δημοσιονομικό κόστος για την κυβέρνηση. Αντίθετα, μπορεί
να λειτουργήσει ως μοχλός αύξησης των δημόσιων εσόδων και επανεκκίνησης της
οικονομικής δραστηριότητας.
Σήμερα, χιλιάδες επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και
αυτοαπασχολούμενοι παραμένουν εκτός κάθε ρύθμισης. Όχι από επιλογή, αλλά
επειδή οι προηγούμενες ρυθμίσεις συνοδεύονταν από τόσο αυστηρές και
περιοριστικές προϋποθέσεις, που στην πράξη απέκλειαν τη συντριπτική πλειονότητα
των οφειλετών. Αποτέλεσμα; Χρέη που «παγώνουν», επιχειρήσεις που ασφυκτιούν
και το Δημόσιο να μην εισπράττει τίποτα.
Μια νέα ρύθμιση 120 δόσεων, με ευρείες προϋποθέσεις ένταξης, μπορεί να αλλάξει
ριζικά αυτή την προβληματική εικόνα. Και να δώσει τη δυνατότητα σε ανθρώπους να
ενταχθούν για πρώτη φορά στο σύστημα, αλλά και να επανενταχθούν οφειλέτες που
τέθηκαν εκτός ρυθμίσεων λόγω αδυναμίας στην καταβολή των υποχρεώσεων τους.
Έτσι η κυβέρνηση θα μπορεί να μετατρέψει «νεκρά» χρέη σε πραγματικά έσοδα για
το κράτος.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο ζήτημα των τόκων και των προσαυξήσεων. Ως
Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών δεν έχουμε καμία αντίρρηση να καταβληθεί το
αρχικό χρέος. Δεν είναι, όμως, λογικό ούτε δίκαιο να απαιτείται η αποπληρωμή ποσών
που έχουν «εκτοξευθεί» εξαιτίας υπέρογκων τόκων και πανωτοκίων. Σε πολλές
περιπτώσεις, οι προσαυξήσεις ξεπερνούν το ίδιο το κεφάλαιο, καθιστώντας κάθε
προσπάθεια ρύθμισης ουσιαστικά αδύνατη. Η διαγραφή ή δραστική μείωση αυτών
των επιβαρύνσεων είναι προϋπόθεση για μια βιώσιμη λύση.
Παράλληλα, η ρύθμιση οφείλει να είναι ενιαία και να περιλαμβάνει όλες τις οφειλές
προς το Δημόσιο: τόσο προς την εφορία όσο και προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι
επιχειρήσεις δεν λειτουργούν με «διαχωρισμένα» χρέη και το ίδιο πρέπει να ισχύει και
για τις λύσεις που τους προσφέρονται.
Θέλω, τέλος, να τονίσω ότι αυτή η πρόταση δεν εμφανίζεται σήμερα για πρώτη φορά.
Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών την έχει καταθέσει εδώ και καιρό, στο
πλαίσιο των προτάσεων του για τη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας,
την τόνωση της ρευστότητας στην αγορά και την ουσιαστική προστασία των μικρών
και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Και η εκτίμηση μου είναι ότι ήρθε πλέον η ώρα να
εφαρμοστεί.
Η κυβέρνηση έχει σήμερα την ευκαιρία να υιοθετήσει ένα μέτρο που δεν της κοστίζει
τίποτα δημοσιονομικά, αλλά μπορεί να αποδώσει πολλά: περισσότερα έσοδα,
περισσότερη συνέπεια, περισσότερη οικονομική ανάσα για την πραγματική οικονομία,
αυξημένες προοπτικές ανάπτυξης μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Και αυτή η ευκαιρία
δεν πρέπει να χαθεί.

