Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η ένταση γύρω από το Ιράν επαναφέρουν στο προσκήνιο τις πληθωριστικές πιέσεις και δημιουργούν νέα δεδομένα για την πορεία των επιτοκίων στην Ευρωζώνη, με άμεσες συνέπειες για τον τραπεζικό κλάδο. Σύμφωνα με ανάλυση της Jefferies, οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν ήδη επηρεάσει τις αγορές, με τα futures επιτοκίων του ευρώ να έχουν κινηθεί έως και 50 μονάδες βάσης υψηλότερα, ενώ σήμερα βρίσκονται περίπου 25 μονάδες βάσης πάνω από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το ενδεχόμενο διατήρησης ή ακόμη και νέας αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αν και η Jefferies εκτιμά ότι στην επόμενη συνεδρίαση η ΕΚΤ θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής το επόμενο διάστημα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες της Ευρώπης εμφανίζουν διαφορετικούς βαθμούς ευαισθησίας στις μεταβολές των επιτοκίων. Η Jefferies πραγματοποίησε σχετική άσκηση ευαισθησίας εξετάζοντας το σενάριο αύξησης των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης, καταλήγοντας ότι τα κέρδη προ φόρων των ευρωπαϊκών τραπεζών θα μπορούσαν να ενισχυθούν κατά περίπου 3% κατά μέσο όρο, εφόσον οι υπόλοιπες παράμετροι παραμείνουν σταθερές.
Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά όταν εξετάζονται οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες ξεχωρίζουν για την υψηλότερη ευαισθησία τους στις μεταβολές των επιτοκίων. Όπως επισημαίνει η Jefferies, οι ελληνικές τράπεζες συγκαταλέγονται στις πιο ωφελημένες από ένα σενάριο ανόδου επιτοκίων, καθώς το επιχειρηματικό τους μοντέλο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα καθαρά επιτοκιακά έσοδα.
Η Τράπεζα Πειραιώς καταγράφει μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς εμφανίζεται δεύτερη μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών σε ευαισθησία στα επιτόκια, με την Jefferies να εκτιμά ότι μια αύξηση 50 μονάδων βάσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενίσχυση των κερδών της κατά περίπου 5,8%. Μπροστά της βρίσκεται μόνο η Swedbank με αύξηση 7,6%, ενώ πίσω της ακολουθούν μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες όπως η ABN Amro, η NatWest και η CaixaBank.
Σημαντική είναι η επίδραση των επιτοκίων και για τις υπόλοιπες ελληνικές τράπεζες. Η Eurobank αναμένεται να δει τα κέρδη της να ενισχύονται κατά 4,4%, ενώ η Εθνική Τράπεζα κατά περίπου 4,3% σε περίπτωση αύξησης επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης. Η Alpha Bank εμφανίζει χαμηλότερη, αλλά ακόμη θετική ευαισθησία, με εκτιμώμενη άνοδο κερδών περίπου 2,5%, ελαφρώς κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η ισχυρή αυτή ευαισθησία των ελληνικών τραπεζών συνδέεται άμεσα με τη δομή των εσόδων τους. Όπως υπογραμμίζει η Jefferies, τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των συνολικών εσόδων των ελληνικών τραπεζών, γεγονός που τις καθιστά πιο εκτεθειμένες – αλλά και πιο ωφελημένες – από μεταβολές στα επιτόκια. Ειδικότερα, το 2025 τα ΝΙΙ αντιπροσώπευαν 77% των συνολικών εσόδων της Εθνικής Τράπεζας, 76% της Eurobank, 73% της Alpha Bank και 70% της Τράπεζας Πειραιώς.
Παράλληλα, η Jefferies εξετάζει το ενδεχόμενο αύξησης του πιστωτικού κόστους, το οποίο θα μπορούσε να περιορίσει τα οφέλη από τα υψηλότερα επιτόκια. Στο πλαίσιο αυτό, υπολογίζει πόσο θα πρέπει να αυξηθεί το κόστος κινδύνου ώστε να αντισταθμιστεί πλήρως η αύξηση των καθαρών επιτοκιακών εσόδων που θα προκύψει από μια άνοδο επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του οίκου, για την Τράπεζα Πειραιώς το κόστος κινδύνου θα έπρεπε να αυξηθεί κατά 17 μονάδες βάσης, για την Εθνική Τράπεζα κατά 16 μονάδες βάσης, για την Eurobank κατά 14 μονάδες βάσης, ενώ για την Alpha Bank κατά 7 μονάδες βάσης ώστε να εξουδετερωθεί το όφελος από τα υψηλότερα επιτόκια.
Αντίστοιχα, σε όρους απομειώσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν την αύξηση των καθαρών επιτοκιακών εσόδων, η Jefferies υπολογίζει ότι θα απαιτούνταν αύξηση απομειώσεων κατά 44% για την Εθνική Τράπεζα, 36% για την Τράπεζα Πειραιώς, 25% για την Eurobank και 14% για την Alpha Bank.
Παρά τα πιθανά οφέλη για την κερδοφορία των τραπεζών, ο οίκος προειδοποιεί ότι η συνολική εικόνα θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της γεωπολιτικής κρίσης και τις επιπτώσεις της στην οικονομία της Ευρωζώνης. Όπως σημειώνει, η ένταση και η διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή θα καθορίσουν το μέγεθος του πληθωριστικού σοκ, καθώς η άνοδος στις τιμές της ενέργειας και η αυξημένη αβεβαιότητα μπορεί να επιβραδύνουν την οικονομική δραστηριότητα.
Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αναμένεται να περιορίσει την κατανάλωση των νοικοκυριών και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων, δημιουργώντας ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον για την οικονομία και κατ’ επέκταση για τις τράπεζες. Παρ’ όλα αυτά, η Jefferies επισημαίνει ότι είναι ακόμη πρόωρο να θεωρηθεί δεδομένο πως οι τιμές της ενέργειας θα παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τέλος, η ανάλυση υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη παραμένει δομικά εξαρτημένη από τις εισαγωγές ενέργειας, καθώς το 2023 περίπου το 58% της ακαθάριστης διαθέσιμης ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προερχόταν από εισαγωγές. Στην Ελλάδα μάλιστα, τα προϊόντα πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας, στοιχείο που αναδεικνύει την ευαισθησία της οικονομίας – και κατ’ επέκταση του τραπεζικού συστήματος – σε ενδεχόμενες ενεργειακές αναταράξεις.
Το άρθρο Jefferies: Πιθανή άνοδος επιτοκίων λόγω Μέσης Ανατολής – Οι ελληνικές τράπεζες από τους μεγάλους ωφελημένους εμφανίστηκε πρώτα στο iAxia.


