
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται φέτος από εκείνο το λυτρωτικό καλοκαίρι του 1974, όταν η Ελλάδα άφησε οριστικά πίσω της το σκοτάδι της επταετούς δικτατορίας και άνοιξε την πιο μακρά, ομαλή και ώριμη περίοδο δημοκρατικού βίου στη σύγχρονη ιστορία της.
Η επέτειος της αποκατάστασης της δημοκρατίας δεν είναι απλώς μια αφορμή για ιστορική αναπόληση ή τυπικές επετειακές δηλώσεις, αλλά μια ζωντανή ευκαιρία να κοιτάξουμε στον καθρέφτη και να αναρωτηθούμε με ειλικρίνεια πόσο βαθιές είναι τελικά οι ρίζες του πολιτεύματός μας σήμερα, εν έτει 2026.
Αν κάποιος αποστασιοποιηθεί για λίγο από την καθημερινή γκρίνια των ειδήσεων, η πρώτη και πιο δίκαιη διαπίστωση είναι ότι η ελληνική δημοκρατία έχει επιδείξει μια αξιοσημείωτη, σχεδόν ανέλπιστη ανθεκτικότητα.
Στο πέρασμα αυτών των πέντε δεκαετιών, το πολίτευμα δεν κινδύνευσε ποτέ από τις παραδοσιακές απειλές του παρελθόντος, όπως τα στρατιωτικά κινήματα ή οι εκτροπές. Ακόμα και όταν η χώρα βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού κατά τη διάρκεια της πολυετούς οικονομικής κρίσης, όταν η κοινωνική συνοχή δοκιμάστηκε άγρια και το πολιτικό σκηνικό ανατινάχθηκε, οι θεσμοί άντεξαν.
Οι κυβερνήσεις άλλαξαν με απόλυτα ομαλό τρόπο, η λαϊκή ετυμηγορία έγινε σεβαστή και οι ακραίες φωνές που επιχείρησαν να υπονομεύσουν το πολίτευμα τελικά απομονώθηκαν και αντιμετωπίστηκαν μέσα από το ίδιο το κράτος δικαίου. Αυτό το κεκτημένο της Μεταπολίτευσης δεν είναι καθόλου αυτονόητο, αν αναλογιστεί κανείς το ταραγμένο ελληνικό παρελθόν.
Ωστόσο, η ισχύς μιας δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο από την απουσία τανκς στους δρόμους, αλλά από την ποιότητα της καθημερινής της λειτουργίας. Σήμερα, η ελληνική δημοκρατία δεν αντιμετωπίζει υπαρξιακό κίνδυνο, αλλά μια υπόκωφη, εσωτερική διάβρωση. Το μεγαλύτερο ίσως αγκάθι είναι η βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, με πρώτη τη δικαιοσύνη και το πολιτικό σύστημα. Η αίσθηση ότι οι κανόνες δεν ισχύουν για όλους το ίδιο, η καθυστέρηση στην απονομή του δικαίου και η ατιμωρησία που συχνά μοιάζει να καλύπτει τα μεγάλα σκάνδαλα, δημιουργούν ένα επικίνδυνο αίσθημα ματαίωσης. Όταν ο πολίτης νιώθει απροστάτευτος ή θεωρεί ότι το σύστημα είναι «στημένο», η δημοκρατία χάνει το πιο πολύτιμο καύσιμό της, που είναι η πίστη της κοινωνίας σε αυτήν.
Παράλληλα, οι σύγχρονες προκλήσεις έχουν αλλάξει πρόσωπο. Η κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει εκτοξεύσει την παραπληροφόρηση και τον τοξικό εκφυλισμό του δημόσιου διαλόγου, μετατρέποντας την πολιτική αντιπαράθεση σε ένα αέναο κυνήγι εντυπώσεων και ψηφιακού οπαδισμού.
Την ίδια στιγμή, η αποχή από τις κάλπες, που πλέον αγγίζει ποσοστά-ρεκόρ ειδικά στις νεότερες γενιές, δεν είναι απλώς τεμπελιά, αλλά μια συνειδητή, βουβή παραίτηση. Οι νέοι άνθρωποι δεν νιώθουν ότι το πολιτικό σύστημα απαντά στις δικές τους αγωνίες, όπως η στεγαστική κρίση, οι χαμηλοί μισθοί και η εργασιακή ανασφάλεια.
Συμπληρώνοντας 52 χρόνια ελευθερίας, η ελληνική δημοκρατία μοιάζει με έναν έμπειρο αλλά κουρασμένο οργανισμό. Είναι αρκετά ισχυρή για να μην καταρρεύσει, αλλά χρειάζεται επειγόντως μια γενναία ανανέωση για να μην βαλτώσει. Η θωράκισή της δεν θα έρθει μέσα από πανηγυρικούς λόγους, αλλά μέσα από την ενίσχυση της διαφάνειας, τη ριζική μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης και τη δημιουργία μιας πολιτικής κουλτούρας που θα ακούει ξανά την κοινωνία.
Η δημοκρατία μας άντεξε στα δύσκολα, και αυτό είναι το μεγάλο μας παράσημο, αλλά το στοίχημα για το μέλλον είναι να γίνει ξανά μια δημοκρατία που εμπνέει και προστατεύει, και όχι απλώς μια δημοκρατία που επιβιώνει καταπατώντας κατά περίπτωση το κράτος δίκαιου .

