Η πολιτική πραγματικότητα έχει έναν δικό της τρόπο να προσγειώνει απότομα τα κομματικά επιτελεία, και αυτό ακριβώς συνέβη με τα πρόσφατα στοιχεία που έφτασαν στα γραφεία των διαφόρων αρχηγών στις τελευταίες μετρήσεις του καλοκαιριού .
Μια τελευταία, εξαιρετικά διεισδυτική μέτρηση της κοινής γνώμης προκάλεσε ένα βαθύ «πάγωμα» στο πολιτικό σκηνικό, κυρίως επειδή επέλεξε να παρουσιάσει τη γυμνή αλήθεια των αριθμών χωρίς τα συνηθισμένα καλλωπιστικά φίλτρα.
Σε αντίθεση με την πρακτική που ακολουθείται συχνά, όπου τα δεδομένα στρογγυλεύονται μέσα από σύνθετες και ενίοτε αυθαίρετες εκτιμήσεις εκλογικής επίδοσης, εδώ είδαμε την καθαρή πρόθεση ψήφου.
Η συνειδητή επιλογή των αναλυτών να αποφύγουν τη γραμμική κατανομή των αναποφάσιστων με βάση το παρελθόν –τη στιγμή μάλιστα που ελάχιστοι επιστρατεύουν προηγμένα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης για να ψάξουν ποιοτικά στα έγκατα του εκλογικού σώματος– έφερε στην επιφάνεια μια πραγματικότητα που σοκάρει.
Τα νούμερα είναι εξαιρετικά χαμηλά για όλους, αποδεικνύοντας ότι η κοινωνία κινείται σε τελείως διαφορετικούς ρυθμούς από αυτούς των κομματικών γραφείων.
Αυτή η αποτύπωση της στιγμής, χωρίς το παραδοσιακό «μαγείρεμα» των αναγωγών, αποκάλυψε μια εκλογική βάση βαθιά προβληματισμένη, απογοητευμένη και έντονα κατακερματισμένη.
Το πρώτο μεγάλο καμπανάκι χτύπησε με ιδιαίτερη ένταση για το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς η κυβερνώσα παράταξη βρέθηκε να υποχωρεί στο 23,3%. Το ποσοστό αυτό δεν είναι απλώς μια ακόμη χαμηλή πτήση σε μια περίοδο φθοράς, αλλά συνιστά μια σοβαρή πολιτική και στρατηγική απειλή. Πέφτει καθαρά κάτω από το ψυχολογικό και πολιτικό όριο του 25%, το οποίο στην παρούσα φάση είναι καθοριστικό, αφού εξασφαλίζει το απαραίτητο μπόνους των εδρών που προσφέρει ο ισχύων εκλογικός νόμος. Χωνεύοντας αυτό το δεδομένο, γίνεται σαφές ότι χωρίς αυτή την ασφαλιστική δικλείδα, η προοπτική μιας αυτοδύναμης και σταθερής διακυβέρνησης θολώνει επικίνδυνα, προκαλώντας έντονη νευρικότητα και εσωστρέφεια στους κυβερνητικούς διαδρόμους.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, η εικόνα δεν επιτρέπει πανηγυρισμούς ούτε για την αντιπολίτευση. Τα λεγόμενα μικρότερα κόμματα, καταγράφουν μάλλον χαμηλά ποσοστά, γεγονός που μαρτυρά μια διάχυτη αδυναμία να εισπράξουν ουσιαστικά τη δεδομένη κυβερνητική φθορά.
Όμως, το πραγματικά ενδιαφέρον και συζητήσιμο στοιχείο των τελευταίων μετρήσεων που έγιναν το καλοκαίρι , κρύβεται πίσω από την ψυχρή αριθμητική μιας ενδεχόμενης ανατροπής.
Αν αφήσει κανείς στην άκρη τις επιμέρους περιχαρακώσεις και προσθέσει τις δυνάμεις της κεντροαριστεράς και της αριστεράς, το αποτέλεσμα αλλάζει ριζικά τις ισορροπίες του χάρτη. Το άθροισμα των ποσοστών της ΕΛΑΣ, που αγγίζει το 14,2%, και του ΠΑΣΟΚ, που βρίσκεται στο 10,3%, φτάνει συνολικά το 24,5%. Με απλά μαθηματικά, ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος, ακόμη και έτσι διασπασμένος, καταφέρνει να ξεπεράσει το 23,3% της Νέας Δημοκρατίας.
Αυτή η αριθμητική υπεροχή δημιουργεί αναπόφευκτα νέα δεδομένα για την επόμενη μέρα. Αν αυτή η τάση παγιωθεί το επόμενο διάστημα και, κυρίως, αν μεταφραστεί σε πραγματικές ψήφους στην κάλπη, το πολιτικό σκηνικό της χώρας θα αλλάξει άρδην. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πίεση για μια ουσιαστική ανασύνθεση και συμπόρευση του λεγόμενου προοδευτικού χώρου δεν θα είναι απλώς μια θεωρητική συζήτηση σε κομματικά συνέδρια, αλλά μια ασφυκτική απαίτηση της ίδιας της κοινωνικής βάσης.
Οι δύο βασικοί πόλοι αυτού του εγχειρήματος, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης, θα βρεθούν πολύ σύντομα αντιμέτωποι με αδυσώπητα ερωτήματα από τους ψηφοφόρους τους αλλά και από την κοινή γνώμη. Θα κληθούν να απαντήσουν ξεκάθαρα γιατί επιμένουν να μην βρίσκουν κοινό τόπο, τη στιγμή που το εκλογικό σώμα δείχνει να αναζητά μια εναλλακτική, πειστική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Το μήνυμα των αριθμών είναι σαφές και η ευθύνη περνά πλέον αποκλειστικά στους ίδιους τους πρωταγωνιστές.

