
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Όταν οι άνθρωποι που ήρθαν στην Ελλάδα κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη αποφασίζουν να μαζέψουν ξανά τα υπάρχοντα τους , όχι για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, αλλά για να αναζητήσουν δικαιότερες αμοιβές και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης στην υπόλοιπη Ευρώπη, τότε το καμπανάκι του κινδύνου δεν απλώς χτυπάει, αλλά ηχεί εκκωφαντικά.
Η ελληνική ύπαιθρος, η οποία για δεκαετίες στηρίχθηκε στις πλάτες των μεταναστών εργατών γης, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη ερήμωση, αποκαλύπτοντας τα βαθιά δομικά προβλήματα του πρωτογενούς μας τομέα. Η εικόνα των ανεκμετάλλευτων χωραφιών και των καρπών που σαπίζουν στα δέντρα δεν είναι μια μελλοντική απειλή, αλλά η σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι Έλληνες παραγωγοί, οι οποίοι βλέπουν το βίος τους να χάνεται λόγω της δραματικής έλλειψης εργατικών χεριών.
Το πρόβλημα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά, αλλά η κυβερνητική διαχείριση των τελευταίων ετών αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων, αφήνοντας την πολιτική ηγεσία έκθετη και εμφανώς ανέτοιμη. Αντί για έναν ολοκληρωμένο, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα θωράκιζε την αγροτική παραγωγή, επιλέχθηκε η τακτική των αποσπασματικών μέτρων, των γραφειοκρατικών καθυστερήσεων και των βιαστικών διμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες, οι οποίες τελικά αποδείχθηκαν κενό γράμμα. Οι περίφημες μετακλήσεις εργατών από την Ασία ή την Αφρική εγκλωβίστηκαν σε δαιδαλώδεις νομικές διαδικασίες, την ώρα που οι παραγωγοί σε περιοχές όπως η Ημαθία, η Πέλλα, η Κρήτη και η Πελοπόννησος έβλεπαν τις σοδειές τους να καταστρέφονται επειδή δεν υπήρχε κανείς να τις μαζέψει.
Η πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα έχασε το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα στην αγορά εργασίας. Οι μετανάστες που ζούσαν και εργάζονταν εδώ για χρόνια, έχοντας αποκτήσει τεράστια εμπειρία στις αγροτικές εργασίες, συνειδητοποίησαν ότι το κόστος ζωής στην Ελλάδα έχει εκτιναχθεί, ενώ τα μεροκάματα παρέμειναν καθηλωμένα. Όταν χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, αλλά και η Γερμανία προσφέρουν υψηλότερες αμοιβές, νόμιμη παραμονή με απλές διαδικασίες και αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης, η επιλογή για αυτούς τους ανθρώπους γίνεται αυτονόητη. Η φυγή τους προς τον ευρωπαϊκό Βορρά στερεί από την ελληνική οικονομία ένα έμπειρο εργατικό δυναμικό που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τη μια μέρα στην άλλη.
Αυτή η παρατεταμένη αδράνεια και η έλλειψη αντανακλαστικών από την πλευρά της κυβέρνησης πλήττει τον πυρήνα της εθνικής μας οικονομίας. Ο πρωτογενής τομέας θα έπρεπε να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ανάπτυξης και της επαρχίας, όμως μετατρέπεται σε έναν κλάδο σε διαρκή κρίση. Χωρίς εργάτες γης, η παραγωγή μειώνεται, οι τιμές των προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ ανεβαίνουν για τον Έλληνες καταναλωτή και οι εξαγωγές μας δέχονται ισχυρό πλήγμα, χάνοντας μερίδια αγοράς από ξένους ανταγωνιστές.
Το ζήτημα δεν είναι πλέον απλώς αν θα έρθουν νέοι εργάτες, αλλά πώς θα κρατήσουμε αυτούς που χρειάζεται η ελληνική γη. Η κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει να κρύβεται πίσω από δικαιολογίες και να αντιμετωπίσει την κατάσταση με ειλικρίνεια, απλοποιώντας άμεσα τις διαδικασίες νομιμοποίησης και μετάκλησης, και δίνοντας κίνητρα για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
Αν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή πλεύσης τώρα, η κατάρρευση του αγροτικού τομέα δεν θα είναι απλώς μια οικονομική απώλεια, αλλά ένα μη αναστρέψιμο πλήγμα για την ελληνική περιφέρεια.

