Η ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της διαδικασίας για τη συνταγματική αναθεώρηση άφησε μια έντονη αίσθηση ημιτελούς προσπάθειας και βαθιάς θεσμικής αμηχανίας.
Σε ένα πολιτικό κλίμα σταθερά επιβαρμένο από την οξύτητα, τις στείρες αντιπαραθέσεις και τους βραχυπρόθεσμους τακτικισμούς, το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε ανέτοιμο να επιδείξει τη θεσμική ωριμότητα που απαιτεί ο θεμελιώδης νόμος του κράτους.
Απέτυχε να διαμορφώσει την αναγκαία συναινετική βάση που θα επέτρεπε στην επόμενη Βουλή να προχωρήσει στις επιβεβλημένες τομές με την απλή πλειοψηφία των 151 βουλευτών, μετατρέποντας μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία σε πεδίο μικροκομματικών ανταγωνισμών.
Παρά τις όποιες ενστάσεις και επιφυλάξεις εκφράστηκαν σχετικά με τον χρόνο έναρξης των διαδικασιών, ο εκσυγχρονισμός του θεμελιώδους χάρτη της χώρας παραμένει μια αντικειμενικά επιτακτική ανάγκη.
Σε μια εποχή καταιγιστικών εξελίξεων, όπου η τεχνολογική πρόοδος και οι κοινωνικές μεταβολές μετασχηματίζουν ταχύτατα την καθημερινότητα, το Σύνταγμα οφείλει να προσαρμόζεται διαρκώς, διασφαλίζοντας την ουσιαστική και εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας.
Δυστυχώς, η πλειονότητα των κομμάτων προσήλθε στον θεσμικό διάλογο με περιορισμένη ορατότητα, εγκλωβισμένη σε περιχαρακώσεις και πρόσκαιρες εκλογικές επιδιώξεις.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση κατέθεσε ορισμένες αναγκαίες και θετικές ρυθμίσεις. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η δραστική αναθεώρηση του επίμαχου νόμου περί ευθύνης υπουργών, η πρόβλεψη για τη λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, η συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο, καθώς και πρωτοπόρες διατάξεις για την τεχνητή νοημοσύνη και τον αυστηρό δημοσιονομικό έλεγχο.
Εντούτοις, απέφυγε να προτείνει πραγματικά τολμηρές και ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα αναμόρφωναν εκ θεμελίων το θεσμικό τοπίο, επιλέγοντας μια μάλλον συντηρητική και διαχειριστική προσέγγιση.
Ακόμη όμως κι αυτές οι περιορισμένης έκτασης αλλαγές συνιστούν ένα αδιαμφισβήτητο βήμα προς τα εμπρός για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών.
Η ουσιαστική υλοποίησή τους από την επόμενη αναθεωρητική Βουλή απαιτεί πλέον την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Η εξέλιξη αυτή μεταθέτει όλο το βάρος στις μετεκλογικές συσπειρώσεις, τις διακομματικές συνεννοήσεις και την ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να υπερβούν τις περιχαρακώσεις τους χάριν του δημοσίου συμφέροντος.
Αν η αναθεώρηση τελικά δεν προχωρήσει, θα έχει χαθεί μια ακόμα σπάνια ευκαιρία εκσυγχρονισμού σε ορισμένα κομβικά ζητήματα της δημόσιας ζωής.
Το Σύνταγμα —και πολύ σωστά— δεν τροποποιείται συχνά, καθώς η θεσμική σταθερότητα αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου.
Το μέλλον της συνταγματικής μεταρρύθμισης θα κριθεί στην πράξη αμέσως μετά τις εκλογές. Εκεί θα φανεί αν το πολιτικό σύστημα διαθέτει τη θεσμική σοβαρότητα να ολοκληρώσει το εγχείρημα ή αν η προσπάθεια θα ναυαγήσει οριστικά στον βωμό των κομματικών σκοπιμοτήτων.

