Του Γιάννη Χατζηθεοδοσιου
Πρόεδρος Ε.Ε.Α. και Επίτιμου Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πειραιά και του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η ΔΕΘ βρίσκει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αναζητούν καθαρές απαντήσεις και ουσιαστικές λύσεις. Από τις κυβερνητικές εξαγγελίες αναμένουμε κάτι περισσότερο από παροχές: μια σαφή κατεύθυνση για την οικονομία. Με ποιο παραγωγικό μοντέλο θέλει να πορευθεί η χώρα; Με τις εκατοντάδες χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, τους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους που κρατούν όρθια την οικονομία και τις τοπικές κοινωνίες ή με μια αγορά που συγκεντρώνεται διαρκώς σε λίγους ισχυρούς παίκτες, αφήνοντας χώρο σε ολιγοπωλιακές πρακτικές και καρτέλ;
Η θέση μας είναι σαφής. Κανείς δεν στρέφεται εναντίον των μεγάλων επιχειρήσεων ή των επενδύσεων. Η Ελλάδα τις χρειάζεται. Θέτουμε ζήτημα ισορροπίας, ίσων κανόνων και δίκαιης πρόσβασης στις ευκαιρίες. Μια οικονομία στην οποία οι μικρότεροι πληρώνουν ακριβότερα την ενέργεια, τις πρώτες ύλες, το χρήμα, τις μεταφορές και τις ψηφιακές υπηρεσίες, ενώ δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν και να επενδύσουν, δεν είναι μια ανταγωνιστική οικονομία. Είναι μια οικονομία που περιορίζει τις επιλογές της.
Ακούμε συχνά ότι οι αριθμοί πηγαίνουν καλά. Η πρόοδος είναι σημαντική. Για τον μικρομεσαίο, όμως, η πραγματικότητα κρίνεται αλλού: στο ταμείο στο τέλος της ημέρας, στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, στο κόστος των καυσίμων, στο ενοίκιο της επαγγελματικής στέγης, στις ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις, στη δυσκολία να βρει εργαζομένους και στην άρνηση της τράπεζας να χρηματοδοτήσει ένα βιώσιμο επενδυτικό σχέδιο. Αν η ανάπτυξη δεν φτάνει σε αυτή την επιχείρηση, τότε δεν έχει ακόμη διαχυθεί στην πραγματική οικονομία.
Το έχουμε επισημάνει: στη ΔΕΘ σημασία δεν έχει μόνο τι θα ανακοινώσει ο Πρωθυπουργός. Σημασία έχει και τι δεν θα ανακοινώσει. Οι παραλείψεις αποτελούν και αυτές πολιτικές επιλογές. Αν, για παράδειγμα, δεν υπάρξει ουσιαστική παρέμβαση στους έμμεσους φόρους που επιβαρύνουν κατανάλωση και παραγωγή, η ακρίβεια θα συνεχίσει να αφαιρεί εισόδημα από τα νοικοκυριά και τζίρο από την αγορά. Αν δεν αντιμετωπιστεί το συσσωρευμένο ιδιωτικό χρέος, χιλιάδες επιχειρήσεις θα παραμείνουν εγκλωβισμένες σε μόνιμη οικονομική ομηρία.
Η μείωση του ΦΠΑ, ιδιαίτερα σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, είναι μια συγκεκριμένη και ουσιαστική πρόταση που επαναλαμβάνουμε με συνέπεια. Πρόκειται για ένα μέτρο που μπορεί να στηρίξει το διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από ουσιαστικούς ελέγχους, ώστε το όφελος να φτάσει στον καταναλωτή. Το ίδιο ισχύει για τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα και στην ενέργεια. Το υψηλό ενεργειακό κόστος περνά σε όλη την αλυσίδα, από την παραγωγή και τη μεταφορά μέχρι το τελικό ράφι. Η αποκλιμάκωσή του θα ανακουφίσει ταυτόχρονα επιχειρήσεις και πολίτες και θα περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Αντίστοιχα, οι οφειλές είναι ένα θέμα που δεν μπορούμε να κρύβουμε κάτω από το χαλί. Πολλές επιχειρήσεις δεν βαρύνονται μόνο από το αρχικό τους χρέος, αλλά από προσαυξήσεις και πρόστιμα που το έχουν καταστήσει πολλαπλάσιο και πρακτικά μη διαχειρίσιμο. Η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει τη διαγραφή των υπέρογκων προσαυξήσεων και να θεσπίσει μια νέα, σταθερή ρύθμιση έως 120 δόσεων για οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Με δόση προσαρμοσμένη στις πραγματικές δυνατότητες κάθε οφειλέτη και με κίνητρα συνέπειας, το Δημόσιο θα εισπράξει περισσότερα και οι βιώσιμες επιχειρήσεις θα μπορέσουν να επιστρέψουν στην κανονικότητα.
Ακούγεται συχνά η ένσταση ότι μια νέα ρύθμιση θα επιβράβευε τους ασυνεπείς. Δεν ζητούμε κάτι τέτοιο. Ζητούμε να διαχωριστεί ο στρατηγικός κακοπληρωτής από τον επαγγελματία που βρέθηκε αντιμέτωπος με διαδοχικές κρίσεις, συρρίκνωση της κατανάλωσης και εκτίναξη του κόστους. Μια επιχείρηση που παράγει, απασχολεί εργαζομένους και μπορεί να είναι βιώσιμη δεν πρέπει να οδηγείται σε λουκέτο εξαιτίας ενός χρέους που διογκώνεται από προσαυξήσεις ταχύτερα από όσο μπορεί να το αποπληρώσει.
Το άλλο μεγάλο μέτωπο είναι ο ανταγωνισμός. Και εδώ πρέπει να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές. Η μάχη κατά των καρτέλ και των ολιγοπωλιακών πρακτικών δεν αφορά μόνο την προστασία του καταναλωτή. Είναι ταυτόχρονα πολιτική για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Οι μικρές επιχειρήσεις δεν έχουν τη διαπραγματευτική ισχύ των μεγάλων ομίλων. Αγοράζουν ακριβότερα, δανείζονται δυσκολότερα και συχνά καλούνται να ανταγωνιστούν επιχειρήσεις που διαθέτουν πολλαπλάσια πρόσβαση σε κεφάλαια, δεδομένα, δίκτυα διανομής και ευρωπαϊκούς πόρους.
Απαιτούνται ισχυρότεροι και ταχύτεροι έλεγχοι, ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και των αρμόδιων εποπτικών αρχών, διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών και αποφασιστική αντιμετώπιση κάθε εναρμονισμένης ή καταχρηστικής πρακτικής. Τα πρόστιμα πρέπει να είναι αποτρεπτικά και οι έλεγχοι να ολοκληρώνονται εγκαίρως. Δεν αρκεί να διαπιστώνουμε εκ των υστέρων ότι μια αγορά δεν λειτουργεί. Οφείλουμε να προλαμβάνουμε τις συνθήκες που επιτρέπουν την υπερσυγκέντρωση και τον αποκλεισμό των μικρότερων.
Το ίδιο καθαρά πρέπει να μιλήσουμε και για τις τράπεζες και τη χρηματοδότηση. Επί χρόνια, ένα μεγάλο μέρος των ΜμΕ παραμένει έξω από το τραπεζικό σύστημα και από τα σημαντικότερα χρηματοδοτικά εργαλεία. Τα προγράμματα σχεδιάζονται συχνά με όρους, εγγυήσεις και διαδικασίες που μπορεί να καλύψει μια μεγάλη επιχείρηση, όχι όμως ένα μικρό κατάστημα, ένα συνεργείο, ένα λογιστικό γραφείο ή μια οικογενειακή επιχείρηση. Δεν αρκεί να υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι. Πρέπει να είναι πραγματικά προσβάσιμοι σε όσους τους χρειάζονται για να εκσυγχρονιστούν, να εξοικονομήσουν ενέργεια, να ψηφιοποιηθούν, να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και να γίνουν πιο εξωστρεφείς.
Δεν μπορούμε κάθε Σεπτέμβριο να συζητάμε τα ίδια και λίγους μήνες αργότερα να διαπιστώνουμε ότι ελάχιστα άλλαξαν. Η χώρα χρειάζεται ένα Εθνικό Σχέδιο για τη Μικρομεσαία Επιχειρηματικότητα, με ορίζοντα αρκετών χρόνων, σαφείς στόχους, χρονοδιαγράμματα και ετήσια αξιολόγηση. Ένα σχέδιο που θα συνδέει τη φορολογία, τη χρηματοδότηση, την ενέργεια, τις δεξιότητες, τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό, την εξωστρέφεια, τις συνεργασίες και τη διαδοχή των οικογενειακών επιχειρήσεων.
Χρειαζόμαστε σταθερό φορολογικό και κανονιστικό περιβάλλον, όχι συνεχείς αλλαγές που αυξάνουν την ανασφάλεια και το διοικητικό κόστος. Χρειαζόμαστε κίνητρα για επενδύσεις και συνεργατικά σχήματα χωρίς να επιβάλλουμε ένα μόνο μοντέλο μεγέθυνσης. Χρειαζόμαστε προγράμματα κατάρτισης που ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες και μια οργανωμένη πολιτική για την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού. Πάνω απ’ όλα, χρειαζόμαστε μια Πολιτεία που θα αντιμετωπίζει τη μικρή επιχείρηση ως παραγωγική δύναμη και όχι ως εύκολο φορολογικό στόχο ή ως επιδοτούμενο πρόβλημα.
Μέσα από την καθημερινή επαφή του ΕΕΑ με τους επαγγελματίες διαπιστώνουμε σοβαρό έλλειμμα εμπιστοσύνης. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και των ελέγχων μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, αρκεί να μη μετατρέπεται σε διαρκή μεταφορά νέου κόστους και ευθύνης στην επιχείρηση. Η φορολογική συμμόρφωση πρέπει να γίνεται απλούστερη, φθηνότερη και προβλέψιμη. Ταυτόχρονα, η μείωση των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, χωρίς υπονόμευση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, μπορεί να διευκολύνει τη δημιουργία περισσότερων νόμιμων και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στην επαγγελματική στέγη. Η άνοδος των μισθωμάτων, σε συνδυασμό με το ενεργειακό κόστος και τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη, απειλεί τη βιωσιμότητα καταστημάτων που επί χρόνια δίνουν ζωή στις γειτονιές. Η απώλεια αυτών των επιχειρήσεων δεν αναπληρώνεται απλώς από μια άλλη εμπορική χρήση. Αλλάζει τον χαρακτήρα των πόλεων, περιορίζει την απασχόληση και ενισχύει ακόμη περισσότερο τη συγκέντρωση. Χρειαζόμαστε, επομένως, πολιτικές για την επαγγελματική στέγη και αποτελεσματική προστασία των βιώσιμων επιχειρήσεων από καταχρηστικές πιέσεις και πλειστηριασμούς.
Τα Επιμελητήρια μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά. Βρισκόμαστε καθημερινά δίπλα στις επιχειρήσεις, γνωρίζουμε τις ανάγκες ανά κλάδο και περιοχή, διαθέτουμε μηχανισμούς ενημέρωσης, συμβουλευτικής και κατάρτισης και μπορούμε να συμβάλουμε στον σχεδιασμό, στην εφαρμογή και στην αξιολόγηση των πολιτικών. Η θεσμική συμμετοχή μας πρέπει να είναι μόνιμη και ουσιαστική, όχι περιστασιακή.
Στη Θεσσαλονίκη η κυβέρνηση πρέπει να δείξει ότι άκουσε την αγωνία της αγοράς και, κυρίως, ότι είναι έτοιμη να κάνει επιλογές. Να επιλέξει μια ανάπτυξη με περισσότερους συμμετέχοντες, μεγαλύτερο ανταγωνισμό και δικαιότερη κατανομή των ευκαιριών. Να μειώσει τα βάρη που πνίγουν την πραγματική οικονομία, να δώσει βιώσιμη διέξοδο στο ιδιωτικό χρέος, να ανοίξει τη χρηματοδότηση και να συγκρουστεί με πρακτικές που νοθεύουν την αγορά.
Η στήριξη των ΜμΕ είναι ζήτημα που αφορά ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνία. Είναι προϋπόθεση για περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, ζωντανές γειτονιές, ανθεκτικές τοπικές κοινωνίες. Είναι, τελικά, επιλογή παραγωγικού μοντέλου και ποιότητας δημοκρατίας. Η φετινή ΔΕΘ είναι η ευκαιρία να γίνει αυτή η επιλογή καθαρά: με τους μικρομεσαίους, με τον υγιή ανταγωνισμό και με μια ανάπτυξη που δεν αφήνει πίσω τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας.

