του Χρήστου Καπούτση
Όταν η ανάγκη γίνεται προεκλογικό εργαλείο
Τι είναι λαϊκισμός;
Τι είναι πολιτικός εκφοβισμός;
Και πότε η πολιτική παύει να είναι κοινωνική πολιτική και μετατρέπεται σε χυδαία εκμετάλλευση της ανάγκης του πολίτη;
Ας δούμε τα πράγματα χωρίς επικοινωνιακά περιτυλίγματα.
Αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ , αλλά στο τέλος του 2027.
Ετήσιο επίδομα 500 ευρώ μικτά στους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά από τον Δεκέμβριο του 2027.
Ετήσια ενίσχυση 400 ευρώ στους συνταξιούχους, αλλά με ηλικιακό αποκλεισμό των κάτω των 65 ετών, με την αόριστη υπόσχεση ότι ίσως το όριο κατέβει στα 62, κάποτε, από το 2027 και μετά.
Ωστόσο, για να εφαρμοστούν αυτά, τα πενιχρά μέτρα στήριξης ανθρώπων που πένονται, υπάρχει ένα ημερολογιακό ορόσημο. Είναι οι βουλευτικές εκλογές την Άνοιξη του 2027. Δηλαδή, ο Πρωθυπουργός είπε, απλά, ξεκάθαρα, κυνικά, ξαναψηφίστε με για να απολαύσετε και αν… τα ψίχουλα που περισσεύουν από το μεγάλο φαγοπότι… Αν αυτό δεν είναι εκβιασμός του λαϊκού φρονήματος, των πολιτών , των ψηφοφόρων, αναρωτιέμαι τι είναι;
Ο πολίτης που σήμερα δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, το ηλεκτρικό, το σούπερ μάρκετ, τα φάρμακα, δεν χρειάζεται υποσχέσεις για το 2027. Χρειάζεται ανακούφιση τώρα.
Και όταν η ψήφος συνδέεται, έστω έμμεσα, με την υπόσχεση μιας μελλοντικής παροχής, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε συναλλαγή. «Ψήφισέ με σήμερα, για να πάρεις αύριο αυτά που σου υπόσχομαι».
Αν αυτό δεν είναι προεκλογική εκμετάλλευση της κοινωνικής ανάγκης, τότε ας μας πουν οι κυβερνώντες τι ακριβώς είναι.
Ο πολίτης που πένεται χρειάζεται μέτρα σήμερα. Όταν του υπόσχεσαι ανακούφιση μετά τις εκλογές, δεν ασκείς μόνο κοινωνική πολιτική, διαχειρίζεσαι πολιτικά την ανάγκη του.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη, ίσως ακόμη πιο σημαντικό.
Γιατί ο πολίτης που σήμερα πένεται και περιμένει μια μικρή οικονομική ανάσα, όταν βρεθεί μπροστά στην κάλπη, καλείται ουσιαστικά να αξιολογήσει μια κυβέρνηση όχι μόνο για όσα έκανε, αλλά και για όσα του υπόσχεται ότι θα κάνει.
Να ξεχάσει τις καταγγελίες και τις πολιτικές ευθύνες που συνδέονται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Να ξεχάσει την τραγωδία των Τεμπών και το ζήτημα της πολιτικής λογοδοσίας.
Να ξεχάσει τις καταγγελίες για παράνομες διασυνδέσεις.
Να ξεχάσει την κριτική περί καθεστωτικής νοοτροπίας.
Να ξεχάσει όσα καταγγέλλονται για ευνοιοκρατία και πλουτισμό ημετέρων.
Και να θυμηθεί μόνο τα 400, τα 500 ή τα 1.000 ευρώ που του υπόσχονται για το μέλλον.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος.
Η κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να γίνεται άλλοθι για την πολιτική λήθη.
Ούτε η οικονομική ανάγκη του πολίτη μπορεί να μετατρέπεται σε εκλογικό κουπόνι.
Ο συνταξιούχος, ο χαμηλόμισθος, ο εργαζόμενος που δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα, δεν είναι πολίτης δεύτερης κατηγορίας που πρέπει να ανταλλάξει την ψήφο του με μια μελλοντική παροχή.
Η ψήφος δεν είναι αντίτιμο για ένα επίδομα.
Και η οικονομική ανακούφιση δεν αγοράζει πολιτική ασυλία.
Γιατί στην κάλπη ο πολίτης δεν πρέπει να θυμάται μόνο τι του υποσχέθηκαν.
Πρέπει να θυμάται και πώς κυβέρνησαν.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο:
τα 400 ευρώ, τα 500 ευρώ ή τα 1.000 ευρώ δεν διαγράφουν ούτε σκάνδαλα, ούτε ευθύνες, ούτε θεσμικά ελλείμματα.

