Στην τελική ευθεία εισέρχεται η διαδικασία για τον καθορισμό του νέου κατώτατου μισθού, με τις επίσημες ανακοινώσεις να αναμένονται την Πέμπτη, σε μια συγκυρία όπου η ενίσχυση των εισοδημάτων αποτελεί βασικό ζητούμενο για εργαζόμενους και κυβέρνηση.
Η απόφαση θα ληφθεί σε επίπεδο Υπουργικού Συμβουλίου με εισήγηση της υπουργού Εργασίας, Νίκης Κεραμέως και θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου 2026, επηρεάζοντας άμεσα εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα.
Ο σημερινός κατώτατος μισθός βρίσκεται στα 880 ευρώ μικτά και περίπου 744 ευρώ καθαρά, με τον νέο γύρο αύξησης να θεωρείται κρίσιμος τόσο για την αγοραστική δύναμη των πολιτών όσο και για τη συνολική πορεία της οικονομίας.
Οι τελευταίες πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η αύξηση έχει ουσιαστικά «κλειδώσει» κοντά στο 4,5%, δηλαδή περίπου 40 ευρώ, με τον νέο κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου 2026.
Την ίδια στιγμή, πιο φιλόδοξες προτάσεις για αυξήσεις της τάξης των 60 ή και 70 ευρώ δεν συγκεντρώνουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις, κυρίως λόγω των δημοσιονομικών περιορισμών και της αβεβαιότητας που επικρατεί στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης είχε γίνει συζήτηση και για μια αύξηση κοντά στα 50 ευρώ, η οποία θα διαμόρφωνε τον κατώτατο μισθό περίπου στα 930 ευρώ μικτά και κοντά στα 770 ευρώ καθαρά.
Η τελική απόφαση αποτελεί προϊόν ισορροπίας ανάμεσα σε αντικρουόμενες ανάγκες.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση καλείται να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά από την ακρίβεια, ειδικά σε βασικά αγαθά, ενέργεια και υπηρεσίες. Από την άλλη, πρέπει να διασφαλιστεί ότι η αύξηση δεν θα επιβαρύνει υπερβολικά τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, ούτε θα ενισχύσει περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις.
Οι διεθνείς εξελίξεις με τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή , η αβεβαιότητα στις αγορές και οι διακυμάνσεις στο ενεργειακό κόστος λειτουργούν ως περιοριστικός παράγοντας για πιο γενναίες παρεμβάσεις. Παράλληλα, η επιλογή της σταδιακής αύξησης συνδέεται και με τον μεσοπρόθεσμο στόχο για κατώτατο μισθό στα 950 ευρώ έως το 2027, στόχος που φαίνεται να προσεγγίζεται μέσα από διαδοχικά βήματα και όχι με μία απότομη μεταβολή.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού αφορά άμεσα 575.684 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι αμείβονται με τις κατώτατες αποδοχές. Ωστόσο, τα οφέλη επεκτείνονται πολύ ευρύτερα, καθώς επηρεάζουν και άλλες κατηγορίες εργαζομένων.
Δημόσιοι υπάλληλοι βλέπουν έμμεσες αυξήσεις, δεδομένου ότι ο εισαγωγικός μισθός συνδέεται με τον κατώτατο, ενώ εργαζόμενοι με τριετίες επωφελούνται από την αύξηση των προσαυξήσεων. Ταυτόχρονα, νέοι και ανειδίκευτοι εργαζόμενοι, που εισέρχονται τώρα στην αγορά εργασίας, αποκτούν καλύτερες αφετηρίες αποδοχών. Συνολικά, εκτιμάται ότι έως και 1,1 εκατομμύριο εργαζόμενοι ενδέχεται να δουν άμεσες ή έμμεσες αυξήσεις στο εισόδημά τους.
Πέρα όμως από τους μισθούς, η αύξηση συμπαρασύρει και μια σειρά από επιδόματα και κοινωνικές παροχές, δημιουργώντας ένα ευρύτερο κύμα ενίσχυσης των εισοδημάτων. Επιδόματα όπως το επίδομα ανεργίας, το επίδομα μητρότητας, τα επιδόματα γονικής άδειας και τα εποχικά βοηθήματα υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό, με αποτέλεσμα κάθε αύξηση να έχει πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όσοι δεν αμείβονται άμεσα με τον κατώτατο, μπορεί να ωφεληθούν έμμεσα μέσα από το σύστημα κοινωνικής προστασίας.
Η επίδραση στην αγορά εργασίας είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, η αύξηση ενισχύει την κατανάλωση, καθώς τα χαμηλότερα εισοδήματα κατευθύνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην αγορά, δίνοντας ώθηση στην πραγματική οικονομία.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει θετικά για μικρές επιχειρήσεις και τοπικές αγορές, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική ζήτηση. Από την άλλη πλευρά, η αύξηση του μισθολογικού κόστους αποτελεί πρόκληση για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε κλάδους έντασης εργασίας, όπως το εμπόριο, η εστίαση και ο τουρισμός. Για τον λόγο αυτό, εργοδοτικοί φορείς επιμένουν ότι οι αυξήσεις θα πρέπει να συνδέονται με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ώστε να μην προκληθούν αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση.
Σε επίπεδο καθημερινότητας, μια αύξηση της τάξης των 40 ευρώ μικτά μεταφράζεται σε περίπου 20 έως 30 ευρώ καθαρά τον μήνα. Αν και το ποσό αυτό μπορεί να φαίνεται περιορισμένο, ειδικά υπό το βάρος της ακρίβειας, σε ετήσια βάση αποτελεί μια υπολογίσιμη ενίσχυση για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Επιπλέον, επηρεάζει τις ασφαλιστικές εισφορές, το φορολογητέο εισόδημα και τις συλλογικές συμβάσεις, διαμορφώνοντας ένα νέο πλαίσιο στις αμοιβές και τις εργασιακές σχέσεις. Με τον τρόπο αυτό, η αύξηση δεν λειτουργεί απομονωμένα, αλλά επηρεάζει συνολικά το μισθολογικό τοπίο.
Όπως έχει διακηρυχθεί πολλές φορές, η κυβερνητική προσέγγιση εστιάζει στη σταδιακή ενίσχυση των εισοδημάτων, υποστηρίζοντας ότι η σωρευτική επίδραση των διαδοχικών αυξήσεων θα οδηγήσει σε πιο σταθερά και βιώσιμα αποτελέσματα.
Η προσεχής ανακοίνωση αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης των εργαζομένων και στις αντοχές της οικονομίας. Οι άμεσοι κερδισμένοι είναι οι χαμηλόμισθοι, αλλά τα οφέλη διαχέονται σε ευρύτερα στρώματα μέσω επιδομάτων και έμμεσων αυξήσεων και αυτό, όπως υποστηρίζουν έγκυροι παράγοντες της αγοράς, θα φανεί τους επόμενους μήνες σε όλα τα επίπεδα .

