Η πρόσφατη εκδήλωση στην ΕΣΗΕΑ, υπό τον μάλλον προφητικό τίτλο «Ώρα ριζικών αλλαγών για το κράτος και τη Δημόσια Διοίκηση», δεν ήταν απλώς μια ακόμα ακαδημαϊκή συζήτηση, αλλά εξελίχθηκε σε ένα πεδίο έντονου πολιτικού προβληματισμού με επίκεντρο την παρέμβαση του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου. Ο κ. Παυλόπουλος επέλεξε μια γλώσσα που σπάνια συναντά κανείς σε θεσμικούς παράγοντες του δικού του βεληνεκούς, δείχνοντας ότι το ζήτημα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων παραμένει μια ανοιχτή πληγή που αρνείται να επουλωθεί με μισόλογα ή επικοινωνιακούς ελιγμούς. Με μια τοποθέτηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και «χειρουργική», ο πρώην Πρόεδρος μίλησε για ένα καίριο πλήγμα στην καρδιά του Κράτους Δικαίου, προσδιορίζοντας με σαφήνεια τις ευθύνες που αναλογούν τόσο στην κυβερνητική εξουσία όσο και στον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της Δικαιοσύνης.
Η κριτική του δεν περιορίστηκε σε γενικόλογες διαπιστώσεις, αλλά εστίασε στην επικίνδυνη αίσθηση του «σκοταδιού» που αναδύεται από τους χειρισμούς της υπόθεσης, κάνοντας λόγο για ανοχή ή ακόμα και συγκάλυψη πρακτικών που παραβιάζουν οφθαλμοφανώς το απόρρητο των επικοινωνιών. Είναι σαφές ότι για τον κ. Παυλόπουλο το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ μια απλή πολιτική αντιπαράθεση, καθώς αγγίζει τα θεμέλια της δημοκρατικής λειτουργίας και την αξιοπιστία των θεσμών που καλούνται να προστατεύσουν τον πολίτη. Η αναφορά του στη Δικαιοσύνη ήταν ίσως η πιο ακανθώδης στιγμή της ομιλίας του, αφού έθεσε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων για το αν οι δικαστικές αρχές στάθηκαν τελικά στο ύψος των περιστάσεων ή αν επέτρεψαν στη θολή ατμόσφαιρα των παρακολουθήσεων να παγιωθεί ως μια νέα, νοσηρή κανονικότητα.
Ωστόσο, το ενδιαφέρον της παρέμβασής του δεν σταμάτησε στις θεσμικές αιτιάσεις. Με μια σύντομη αλλά εξαιρετικά ζωηρή εισήγηση, ο πρώην Πρόεδρος έστρεψε τα βέλη του και προς μια άλλη κατεύθυνση, εκείνη των δημοσιολόγων. Παρατήρησε με νόημα ότι ένα σημαντικό μέρος των ανθρώπων που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη δεν έδωσαν στη μάχη για το Κράτος Δικαίου την ένταση και την προτεραιότητα που οι περιστάσεις απαιτούσαν. Αυτή η διαπίστωση αφήνει ένα μετέωρο ερώτημα που πλανάται πάνω από τον δημόσιο διάλογο δηλαδη το ποιους ακριβώς είχε στο μυαλό του ο κ. Παυλόπουλος όταν μιλούσε για αυτή την ιδιότυπη «χαμηλή πτήση» των θεμάτων του Κράτους Δικαίου;
Ήταν μια αιχμή για την επιλεκτική ευαισθησία ορισμένων αναλυτών ή μήπως μια έμμεση κριτική σε μια ευρύτερη πνευματική νωθρότητα που προτιμά την ασφάλεια των ίσων αποστάσεων από τη σύγκρουση με την εξουσία;
Όπως και να έχει, η παρέμβαση αυτή θύμισε σε όλους ότι η δημοκρατική εγρήγορση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης ενός κράτους που θέλει να αποκαλείται ευνομούμενο.

