Η πρόσφατη απόφαση του Άρειου Πάγου σχετικά με τα δάνεια του Νόμου Κατσέλη δημιουργεί νέα δεδομένα για το τραπεζικό σύστημα, καθώς προβλέπει ότι οι τόκοι θα υπολογίζονται πλέον με βάση τις μηνιαίες δόσεις και όχι το ανεξόφλητο υπόλοιπο. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να περιορίσει τα συμβατικά έσοδα από τόκους, επηρεάζοντας θεωρητικά την κερδοφορία των τραπεζών. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση της Goldman Sachs, ο πραγματικός αντίκτυπος ενδέχεται να είναι πιο περιορισμένος, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των συγκεκριμένων δανείων έχει ήδη τιτλοποιηθεί και απομακρυνθεί από τους ισολογισμούς.
Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα επισημαίνει ότι δεν υπάρχει επίσημη και πλήρης εικόνα για τον αριθμό των δικαιούχων και τη συνολική αξία των δανείων Κατσέλη. Ορισμένες εκτιμήσεις ανεβάζουν το ποσό στα 12-13 δισ. ευρώ και τους ωφελούμενους σε 250.000 έως 350.000 άτομα, ενώ άλλες κάνουν λόγο για περίπου 6 δισ. ευρώ. Ανεξάρτητα από το ύψος του συνολικού ποσού, η καθαρή έκθεση των τραπεζών θεωρείται σαφώς χαμηλότερη, λόγω της μεταφοράς μεγάλου μέρους των δανείων σε τιτλοποιήσεις μέσω του προγράμματος Πρόγραμμα Ηρακλής.
Παράλληλα, παραμένει σημαντική αβεβαιότητα ως προς τις λεπτομέρειες εφαρμογής της απόφασης, καθώς δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί το πλήρες νομικό σκεπτικό. Κομβικό ερώτημα αποτελεί το αν η ρύθμιση θα ισχύσει μόνο για το μέλλον ή και αναδρομικά. Σε περίπτωση αναδρομικής εφαρμογής, ο αντίκτυπος ενδέχεται να περιοριστεί, δεδομένου ότι πολλά από τα συγκεκριμένα δάνεια δεν επιβαρύνονταν με τόκους τα πρώτα χρόνια. Επιπλέον, η Goldman Sachs επισημαίνει ότι ενδέχεται να προκύψουν νομικές και πρακτικές επιπλοκές σε περιπτώσεις αποβιωσάντων δανειοληπτών, συνοφειλετών ή εγγυητών, οι οποίοι πιθανόν να μην τύχουν της ίδιας μεταχείρισης.
Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις για τον τραπεζικό κλάδο, η Goldman τονίζει ότι, παρά την εκκρεμότητα ορισμένων κρίσιμων παραμέτρων, ο πιθανός αντίκτυπος εκτιμάται ως διαχειρίσιμος. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των δανείων δεν βρίσκεται πλέον στους ισολογισμούς μειώνει τον συστημικό κίνδυνο, ωστόσο το ζήτημα αναμένεται να αποτελέσει βασικό σημείο εστίασης για τους επενδυτές στα αποτελέσματα του δ’ τριμήνου του 2025, τα οποία θα ανακοινωθούν στα τέλη Φεβρουαρίου.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Goldman Sachs επαναλαμβάνει τη θετική της στάση για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, διατηρώντας τις τιμές-στόχους και τις συστάσεις της. Για τη Eurobank, εφαρμόζει δείκτη P/E 10,5x στις εκτιμήσεις κερδών του 2027, καταλήγοντας σε τιμή-στόχο 5,00 ευρώ και σύσταση Buy. Οι βασικοί κίνδυνοι αφορούν τη βραδύτερη πιστωτική επέκταση, τη συμπίεση των καθαρών περιθωρίων, την αύξηση του λειτουργικού κόστους και το ενδεχόμενο υψηλότερου κόστους πίστωσης.
Για την Τράπεζα Πειραιώς, η αποτίμηση βασίζεται σε P/E 10,25x, με τιμή-στόχο 10,50 ευρώ και επίσης σύσταση Buy. Οι κίνδυνοι σχετίζονται με την πορεία των δανείων, τα περιθώρια τόκων, τις επενδυτικές δαπάνες και τη δυνατότητα δημιουργίας κεφαλαίου.
Όσον αφορά την Alpha Bank, η Goldman εφαρμόζει δείκτη P/E 10,0x και θέτει τιμή-στόχο 5,10 ευρώ, διατηρώντας σύσταση Buy. Στους βασικούς κινδύνους περιλαμβάνονται τα χαμηλότερα του αναμενόμενου έσοδα, η αύξηση των λειτουργικών και πιστωτικών εξόδων και οι περιορισμένες δυνατότητες κεφαλαιακής ενίσχυσης.
Τέλος, για την Εθνική Τράπεζα, η αποτίμηση γίνεται με P/E 11,25x, οδηγώντας σε τιμή-στόχο 16,75 ευρώ και σύσταση Neutral. Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου αφορούν την εξέλιξη των δανείων, τα καθαρά περιθώρια τόκων, το λειτουργικό και πιστωτικό κόστος, καθώς και πιθανές κινήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών.
Συνολικά, η Goldman Sachs εκτιμά ότι, παρά την αβεβαιότητα που προκαλεί η απόφαση του Αρείου Πάγου, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος παραμένει σε ισχυρή θέση, με περιορισμένη έκθεση στα δάνεια Κατσέλη και θετικές προοπτικές κερδοφορίας, γεγονός που στηρίζει τη διατήρηση των περισσότερων συστάσεων αγοράς.
Το άρθρο Goldman Sachs: Διαχειρίσιμος για τις τράπεζες ο αντίκτυπος της απόφασης για τον νόμο Κατσέλη εμφανίστηκε πρώτα στο iAxia.

