
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η Μέση Ανατολή αλλάζει πρόσωπο με γεωμετρική πρόοδο και η αμερικανική στρατηγική στην περιοχή δέχεται ένα πρωτοφανές, σχεδόν σοκαριστικό πλήγμα, που την αναγκάζει σε μια ριζική και επώδυνη αναδιάταξη δυνάμεων.
Τα ιρανικά πλήγματα με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στον τελευταίο πόλεμο , δεν ήταν απλώς μια ακόμη επίδειξη ισχύος από την πλευρά της Τεχεράνης, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα που άφησε πίσω της βαθιές πληγές και σοβαρές υλικές ζημιές σε αμερικανικές βάσεις, ανατρέποντας ισορροπίες δεκαετιών.
Σύμφωνα με έγκυρες αναλύσεις το κόστος των καταστροφών μόνο στη Ναυτική Βάση Υποστήριξης του Μπαχρέιν αγγίζει το αστρονομικό ποσό των 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Εκεί, σε απόσταση αναπνοής από τις ιρανικές ακτές, το αρχηγείο του Πέμπτου Στόλου, οι στρατώνες, κρίσιμες αποθήκες, ακόμα και υποδομές ζωτικής σημασίας όπως μια δεξαμενή πόσιμου νερού, υπέστησαν σοβαρά πλήγματα που μέχρι πρότινος παρέμεναν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Παράλληλα, η απώλεια εξελιγμένων τεχνολογικών υποδομών, όπως οι δύο δορυφορικοί τερματικοί σταθμοί επικοινωνίας αξίας 20 εκατομμυρίων δολαρίων ο καθένας, ανάγκασε την Ουάσιγκτον να κοιτάξει κατάματα την ευάλωτη θέση των δυνάμεών της.
Αυτή η νέα, οδυνηρή πραγματικότητα σπρώχνει τον αμερικανικό στρατό να μεταφέρει εσπευσμένα τα κέντρα διοίκησής του σε υπόγειες εγκαταστάσεις και να πάρει την απόφαση να μην ανοικοδομήσει ορισμένες από τις κατεστραμμένες υποδομές, επιλέγοντας αντίθετα τη μετακίνηση των δυνάμεων αυτών δυτικότερα.
Χώρες όπως το Κουβέιτ, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, που παραδοσιακά φιλοξενούσαν τον κύριο όγκο των αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή, βλέπουν πλέον το σκηνικό να μεταβάλλεται άρδην.
Η ανάγκη για ασφάλεια στρέφει το βλέμμα των ΗΠΑ προς το Ισραήλ, το οποίο αναλαμβάνει πλέον έναν ακόμη πιο κρίσιμο, κεντρικό και αναβαθμισμένο ρόλο. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου, το αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν στο Τελ Αβίβ μετατράπηκε de facto σε ορμητήριο και καταφύγιο για δεκάδες αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη και αεροσκάφη ανεφοδιασμού.
Η μετακίνηση αυτή όμως ξεπερνά τα όρια μιας απλής επιχειρησιακής ανάγκης και αγγίζει τα όρια μιας βαθιάς, πρωτοφανούς στρατιωτικής και τεχνολογικής ενσωμάτωσης.
Μέσα από τον Εθνικό Νόμο περί Εξουσιοδότησης Αμυντικών Δαπανών για το 2027, προωθείται η λεγόμενη «Πρωτοβουλία Συνεργασίας Ηνωμένων Πολιτειών–Ισραήλ στην Αμυντική Τεχνολογία».
Πρόκειται για μια ιστορική διάταξη που προβλέπει διμερή έρευνα, συμπαραγωγή οπλικών συστημάτων και κοινές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, συνδέοντας τα στρατιωτικοβιομηχανικά συμπλέγματα των δύο χωρών σε βαθμό που δεν είχαν καταφέρει ποτέ τα 200 και πλέον δισεκατομμύρια δολάρια της μέχρι τώρα αμερικανικής βοήθειας από το 1948.
Ωστόσο, αυτός ο στρατιωτικός εναγκαλισμός κρύβει σοβαρούς πολιτικούς και διπλωματικούς σκοπέλους.
Για να αποκτήσει ισχύ νόμου η πρωτοβουλία αυτή, απαιτείται η έγκριση τόσο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και από τη Γερουσία, κάτι που φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο δεδομένων των προηγούμενων ψηφισμάτων του Κογκρέσου.
Το κυριότερο πρόβλημα, όμως, είναι η έντονη διπλωματική δυσαρέσκεια που προκαλείται στις αραβικές χώρες, τις οποίες η Ουάσιγκτον χρειάζεται απεγνωσμένα για να διατηρήσει τις ισορροπίες.
Σε κάθε περίπτωση το αμερικανικό δογμα αλλάζει και τα δύσκολα είναι μπροστά για το σύστημα Τραμπ , λίγους μήνες πριν τις ενδιάμεσες εκλογές .

