Μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση που επανακαθορίζει τα όρια της δίκαιης δίκης και προστατεύει τον πυρήνα των ατομικών ελευθεριών εξέδωσε πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση «Καρακασίδης κατά Ελλάδας».
Η απόφαση, που δημοσιεύθηκε στα τέλη του 2025, δεν αποτελεί απλώς μια δικαίωση για έναν πολίτη, αλλά μια κρίσιμη θεσμική υπενθύμιση προς την ελληνική δικαιοσύνη σχετικά με την ιερότητα του τεκμηρίου αθωότητας.
Η υπόθεση αφορούσε καταδίκη για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, όπου η ενοχή του κατηγορουμένου φάνηκε να συνάγεται με έναν σχεδόν αυτοματοποιημένο τρόπο, βασισμένο στην κατοχή αντικειμένων χωρίς να έχει αποδειχθεί επαρκώς η γνώση του για την παράνομη προέλευσή τους.
Απόφαση για τεκμήριο αθωότητας: Το σκεπτικό του Στρασβούργου
Το Στρασβούργο στην κρίση του ήταν καταπέλτης, επισημαίνοντας ότι το βάρος της απόδειξης ανήκει αποκλειστικά στην κατηγορούσα αρχή και σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να μετακυλίεται στον κατηγορούμενο.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας πολίτης δεν μπορεί να καταδικάζεται επειδή δεν κατάφερε να αποδείξει την αθωότητά του ή επειδή η υπερασπιστική του γραμμή δεν κρίθηκε αρκετά πειστική.
Η δικαστική κρίση οφείλει να στηρίζεται σε στιβαρά και αντικειμενικά στοιχεία που θεμελιώνουν την ενοχή πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας, καθώς οποιαδήποτε «γκρίζα ζώνη» ή αποδεικτικό κενό πρέπει, σύμφωνα με την αρχή in dubio pro reo, να οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου.
Η απόφαση αναδεικνύει ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα στην εγχώρια δικαστική πρακτική, όπου συχνά η «ηθική απόδειξη» χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να καλυφθούν ελλείψεις στον φάκελο της κατηγορίας.
Το ΕΔΔΑ ξεκαθαρίζει ότι η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων από τους δικαστές δεν είναι μια λευκή επιταγή για αυθαιρεσία ή εικασίες. Αντίθετα, κάθε καταδικαστική απόφαση πρέπει να φέρει μια εξαντλητική και ελέγξιμη αιτιολογία που να εξηγεί με λογική ακολουθία πώς προκύπτει ο υποκειμενικός δόλος του δράστη.
Η σιωπή του κατηγορουμένου ή η αδυναμία του να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για ορισμένα γεγονότα μπορεί να συνεκτιμηθεί μόνο υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις και ποτέ δεν αρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει καταδίκη.
Συνδέοντας την ελληνική περίπτωση με τη διεθνή νομολογία, από τη Γερμανία και τη Γαλλία μέχρι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υπογραμμίζει πως το τεκμήριο αθωότητας δεν είναι ένας διακοσμητικός κανόνας, αλλά μια θεμελιώδης εγγύηση του νομικού μας πολιτισμού.
Η απόφαση «Καρακασίδης κατά Ελλάδας» λειτουργεί πλέον ως ένας οδικός χάρτης για τους Έλληνες νομικούς και δικαστές, θέτοντας ως απαράβατο όρο ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί με γενικές υποθέσεις ενοχής. Η διαφάνεια και η ορθότητα στην απονομή του δικαίου απαιτούν από τα δικαστήρια να πειθαρχούν στη λογική και να αποφεύγουν τη διολίσθηση σε αυθαίρετα συμπεράσματα που προσβάλλουν τον πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Πιο αναλυτικά σχολιάζει η κα Εβίτα Σαλαμούρα:
Καρακασίδης κατά Ελλάδος: Το τεκμήριο αθωότητας και η απαγόρευση αντιστροφής του βάρους απόδειξης
Σχόλιο για μια ενδιαφέρουσα ελληνική υπόθεση του ΕΔΔΑ της Εβίτας Σαλαμούρα
Η απόφαση Karakasidis κατά Ελλάδας της 16.12.2025, αρ. προσφ. 46737/20, συνιστά ουσιώδη εφαρμογή και περαιτέρω εξειδίκευση των εγγυήσεων του άρθρου 6 §§ 1 και 2 ΕΣΔΑ. Με αφορμή μια τυπική, εκ πρώτης όψεως, καταδίκη για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, το Δικαστήριο επαναφέρει στο προσκήνιο δύο κρίσιμες παραμέτρους που συχνά δοκιμάζονται στην εθνική πρακτική: την απαγόρευση αντιστροφής του βάρους απόδειξης και την απαίτηση επαρκούς αιτιολογίας της καταδικαστικής κρίσης.
Η υπόθεση είναι χαρακτηριστική για μια κατηγορία εγκλημάτων όπου η ενοχή τείνει να συναχθεί αυτοματοποιημένα από την κατοχή αντικειμένων αμφίβολης προέλευσης ή από τη μη πειστικότητα της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η καταδίκη σε αντίστοιχες υποθέσεις δεν μπορεί να στηρίζεται σε γενικές υποθέσεις ενοχής οι οποίες αντλούνται αποκλειστικά από την αντικειμενική κατοχή αντικειμένων, ελλείψει επαρκούς πραγματικής βάσης που να θεμελιώνει την παράνομη προέλευση και τον υποκειμενικό δεσμό, ήτοι τη γνώση του κατηγορουμένου. Ακριβώς σε αυτό το πεδίο ελλοχεύει ο κίνδυνος οι δικανικές συναγωγές να μετατραπούν σε τεκμήρια ενοχής που δεν στηρίζονται σε prima facie αποδεικτική βάση της κατηγορίας, αλλά στο ότι ο κατηγορούμενος δεν απέδειξε τη δική του εκδοχή. Η σχολιαζομένη απόφαση λειτουργεί ως σαφής υπενθύμιση ότι τέτοια διολίσθηση προσβάλλει τον πυρήνα του τεκμηρίου αθωότητας.
Η απόφαση επαναλαμβάνει, με τρόπο απολύτως συνεπή, τις αρχές που έχουν διαμορφωθεί στη νομολογία του ΕΔΔΑ ήδη από την απόφαση Barberà, Messegué και Jabardo κατά Ισπανίας της 6.12.1988 (αρ. προσφ. 10590/83), ήτοι ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους τα μέλη του δικαστηρίου δεν πρέπει να διακατέχονται από την προδιαμορφωμένη αντίληψη ενοχής, το βάρος αποδείξεως φέρει η κατηγορούσα αρχή και κάθε αμφιβολία λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παραπέμπει στις υποθέσεις Telfner κατά Αυστρίας (20.3.2001, αρ. προσφ. 33501/96) και Poletan και Azirovik κατά της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (12.5.2016, αρ. προσφ. 26711/07 κ.ά.), στις οποίες έγινε δεκτό ότι η αντιστροφή του βάρους απόδειξης προσβάλλει το άρθρο 6 § 2, ενώ η απαίτηση παροχής εξήγησης από τον κατηγορούμενο είναι θεμιτή μόνον όταν έχει προηγηθεί συγκρότηση επαρκούς αποδεικτικής βάσης από την κατηγορία.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κλασική υπόθεση Salabiaku κατά Γαλλίας (7.10.1988, αρ. προσφ. 10519/83), όπου το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι τα πραγματικά ή νομικά τεκμήρια δεν απαγορεύονται κατ’ αρχήν, πλην όμως πρέπει να παραμένουν εντός «λογικών ορίων», λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του διακυβεύματος και διασφαλίζοντας αποτελεσματικά τα δικαιώματα της υπεράσπισης.
Αντίστοιχα, από τη John Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου (8.2.1996, αρ. προσφ. 18731/91) προκύπτει ότι η σιωπή ή η μη παροχή εξήγησης μπορεί, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, να συνεκτιμηθεί, όχι όμως να υποκαταστήσει το αποδεικτικό βάρος της κατηγορίας. Στην Kok κατά Κάτω Χωρών (απόφ. απαραδέκτου 4.7.2000, αρ. προσφ. 43149/98) επισημάνθηκε ότι η άντληση δυσμενών συμπερασμάτων από αναληθείς ισχυρισμούς δεν συνεπάγεται αυτοτελώς παραβίαση, εφόσον υφίσταται επαρκής αποδεικτική βάση.
Περαιτέρω, η σχολιαζόμενη απόφαση συνδέει ρητά το τεκμήριο αθωότητας με την αρχή in dubio pro reo, ως ειδικότερη έκφανσή του. Όταν παραμένουν εύλογες αμφιβολίες για κρίσιμα πραγματικά στοιχεία, οι αμφιβολίες πρέπει να λειτουργούν υπέρ του κατηγορουμένου (Tsalkitzis κατά Ελλάδας (no. 2), 19.10.2017, αρ. προσφ. 72624/10).
Προς την κατεύθυνση αυτή, το ΕΔΔΑ αναδεικνύει ότι ζήτημα παραβίασης της αρχής in dubio pro reo δεν ανακύπτει μόνο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και όταν οι εθνικές αποφάσεις δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες ή δεν καθιστούν ελέγξιμη τη δικανική συλλογιστική ως προς τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία (Ajdarić κατά Κροατίας, 13.12.2011, αρ. προσφ. 20883/09, και Melich και Beck κατά Τσεχίας, 24.7.2008, αρ. προσφ. 35450/04). Κατά το ΕΔΔΑ, η αιτιολογία δεν αποτελεί τυπική υποχρέωση, αλλά θεμελιώδη θεσμική εγγύηση έναντι της αυθαιρεσίας. Η δικαστική κρίση οφείλει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη, ώστε να καθίσταται ελέγξιμη και να είναι σαφές ότι η καταδίκη δεν στηρίζεται σε εικασίες, διασφαλίζοντας έτσι τη διαφάνεια και την ορθότητα της απονομής δικαιοσύνης (Taxquet κατά Βελγίου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], 16.11.2010, αρ. προσφ. 926/05· Lhermitte κατά Βελγίου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], 29.11.2016, αρ. προσφ. 34238/09).
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΕ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΘΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Το Γενικό Σχόλιο υπ’ αρ. 32 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ) επισημαίνει ρητώς ότι το τεκμήριο αθωότητας προϋποθέτει πως το βάρος απόδειξης φέρει η κατηγορούσα αρχή και ότι κάθε αμφιβολία πρέπει να λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου.
Αντίστοιχα, το άρθρο 66 του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου κατοχυρώνει τόσο το τεκμήριο αθωότητας όσο και το πρότυπο απόδειξης «beyond reasonable doubt». Στο ίδιο πνεύμα, η νομολογία διεθνών ποινικών δικαστηρίων (π.χ. ICTY, Prosecutor v. Limaj et al., Appeals Judgment, 27.9.2007, IT-03-66-A) απορρίπτει κάθε μορφή μετακύλισης του αποδεικτικού βάρους στην υπεράσπιση.
Στο Διαμερικανικό Σύστημα, το άρθρο 8 § 2 της Αμερικανικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει ερμηνευθεί σταθερά υπέρ της αρχής ότι ο κατηγορούμενος δεν οφείλει να αποδείξει την αθωότητά του και ότι η αμφιβολία οδηγεί σε απαλλαγή. Ενδεικτικώς αναφέρονται οι αποφάσεις:
α) Suárez Rosero κατά Ισημερινού, απόφαση 12.11.1997 (Series C No. 35), στην οποία το Δικαστήριο επισήμανε ότι η παρατεταμένη προδικαστική κράτηση χωρίς αποδείξεις παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας.
β) Ricardo Canese κατά Παραγουάης, απόφαση 31.8.2004 (Series C No. 111), όπου το Δικαστήριο κατοχύρωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν οφείλει να αποδείξει την αθωότητά του, αλλά αντίθετα είναι η κατηγορία που πρέπει να αποδείξει την ενοχή πέραν εύλογης αμφιβολίας.
γ) Cabrera García και Montiel Flores κατά Μεξικού, απόφαση 26.11.2010 (Series C No. 220), στην οποία το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η κρατική αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως και ότι οποιαδήποτε αμφιβολία πρέπει να λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου.
Ομοίως, το Αφρικανικό Δικαστήριο, με βάση το άρθρο 7 § 1 (β) του Αφρικανικού Χάρτη, έχει υιοθετήσει αυστηρή στάση έναντι πρακτικών που υπονομεύουν το τεκμήριο αθωότητας. Συναφώς, οι «Principles and Guidelines on the Right to a Fair Trial and Legal Assistance in Africa» (2003) περιλαμβάνουν ρητή πρόβλεψη ότι το βάρος απόδειξης φέρει αποκλειστικά η κατηγορούσα αρχή και ότι ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει την αθωότητά του.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΕ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ στην υπό κρίση υπόθεση βρίσκεται σε εμφανή αρμονία με θεμελιώδεις αρχές που αναγνωρίζονται από ανώτατα δικαστήρια πολλών κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ιδίως ως προς την απαγόρευση μετακύλισης του βάρους απόδειξης, τη λειτουργία της εύλογης αμφιβολίας και την αξίωση αιτιολογημένης καταδικαστικής κρίσης.
Στη Γερμανία, η νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht) έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει, στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης και των συνταγματικών εγγυήσεων της ποινικής διαδικασίας, ότι η παραβίαση της αρχής in dubio pro reo (Zweifelsgrundsatz) μπορεί να ελεγχθεί συνταγματικά αν η εκτίμηση των αποδείξεων είναι αυθαίρετη και παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (βλ. BVerfG, Beschl. v. 20.06.2007 – 2 BvR 965/07).
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κλασική απόφαση της Βουλής των Λόρδων Woolmington v DPP [1935] AC 462 («golden thread») καθιέρωσε ως θεμελιώδη κανόνα ότι το βάρος απόδειξης της ενοχής παραμένει στην κατηγορούσα αρχή σε όλη τη διάρκεια της δίκης. Η δε απόφαση R v Hunt [1987] AC 352 αποσαφήνισε ότι εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνον όταν προβλέπονται ρητά από το νόμο, ενώ η μεταγενέστερη νομολογία περί «reverse burdens» (ιδίως R v Lambert [2001] 3 All ER 577, Sheldrake v DPP [2005] 1 AC 264 και Attorney General’s Reference (No 4 of 2002) [2005] 1 AC 264) ανέπτυξε κριτήρια συμβατότητας των τεκμηρίων με το άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ, με κεντρική κρίση ότι τυχόν αντιστροφή του βάρους απόδειξης πρέπει να είναι αναλογική και να μην αναιρεί την ουσία του τεκμηρίου.
Στην Ιταλία, η νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (Corte di Cassazione, Sezioni Unite) συνδέει ρητά την αρχή in dubio pro reo με το τεκμήριο αθωότητας και με αυξημένες απαιτήσεις αιτιολογίας, ιδίως όταν ανατρέπεται αθωωτική κρίση (βλ. ενδεικτικώς Cass. pen., Sez. Un., n. 14800/2018).
Στη Γαλλία, η απαίτηση επαρκούς αιτιολογίας αποτελεί θεμελιώδη άξονα του αναιρετικού ελέγχου: το άρθρο 593 του Code de procédure pénale προβλέπει ακυρότητα αποφάσεων που δεν περιέχουν λόγους ή των οποίων οι λόγοι είναι ανεπαρκείς και δεν επιτρέπουν στο αναιρετικό δικαστήριο (Cour de cassation) να ασκήσει τον έλεγχό του και να διαπιστώσει αν ο νόμος τηρήθηκε. Η λειτουργία της διάταξης αυτής είναι δομικά συγγενής προς την απαίτηση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ περί «αιτιολογημένης απόφασης»: η αιτιολογία δεν αποτελεί τυπική διατύπωση, αλλά αναγκαίο όρο ελέγχου νομιμότητας και εγγύηση ότι η δικαστική κρίση δεν υποκαθιστά το βάρος αποδείξεως με εικασίες.
Στην Ισπανία, το άρθρο 24 § 2 του Συντάγματος κατοχυρώνει ρητά το τεκμήριο αθωότητας (presunción de inocencia). Η πάγια νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Tribunal Constitucional) έχει θέσει ως απαράβατο κανόνα ότι για την καταδίκη απαιτείται «ελάχιστη αποδεικτική δραστηριότητα» (mínima actividad probatoria) εις βάρος του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο τονίζει ότι το βάρος απόδειξης φέρει αποκλειστικά η κατηγορούσα αρχή και ότι η δικανική πεποίθηση δεν μπορεί να στηρίζεται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις ή εικασίες, αλλά σε αντικειμενικά στοιχεία που αντέχουν στη λογική δοκιμασία. Χαρακτηριστική είναι η θεμελιώδης απόφαση STC 109/1986, καθώς και η μεταγενέστερη STC 137/2005, όπου κρίθηκε ότι η απουσία επαρκούς αιτιολογίας ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων συνιστά παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος και οδηγεί σε ακύρωση της καταδίκης.
Περαιτέρω, τα ελάχιστα ενωσιακά πρότυπα συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Συγκεκριμένα, η Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας κατοχυρώνει ρητά ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι την κατά νόμο απόδειξη της ενοχής τους, με το βάρος της απόδειξης να βαρύνει αποκλειστικά την εισαγγελική αρχή. Οποιαδήποτε αμφιβολία οφείλει να λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου, το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν το βάρος απόδειξης μετατίθεται από την κατηγορία στην υπεράσπιση. Αναφορικά δε με τη χρήση πραγματικών ή νομικών τεκμηρίων ενοχής, αυτά είναι επιτρεπτά μόνον εφόσον περιορίζονται εντός «λογικών ορίων», λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του διακυβεύματος και διασφαλίζοντας τα δικαιώματα της υπεράσπισης. Τα εν λόγω τεκμήρια πρέπει να είναι μαχητά, να υπηρετούν θεμιτό σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται να είναι ανάλογα προς τον σκοπό αυτόν, διασφαλίζοντας σε κάθε περίπτωση ότι δεν καταστρατηγείται ο πυρήνας του δικαιώματος υπεράσπισης.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η σχολιαζόμενη απόφαση εναρμονίζεται πλήρως σε δογματικό επίπεδο με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, οριοθετώντας με σαφήνεια το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας. Διακρίνει αυστηρά μεταξύ της αδυναμίας του κατηγορουμένου να παράσχει πειστικές εξηγήσεις και της πρωτογενούς υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής να θεμελιώσει την ενοχή. Η διάκριση αυτή λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο, αποτρέποντας τη μετατροπή της ποινικής δίκης σε διαδικασία τυπικής επικύρωσης του κατηγορητηρίου, ειδικά σε αδικήματα όπου η απλή κατοχή ή η εγγύτητα με το προϊόν του εγκλήματος τείνει καταχρηστικά να υποκαθιστά την πλήρη απόδειξη της τελέσεως της βασικής πράξης.
Για την ελληνική έννομη τάξη, η απόφαση αποκτά βαρύνουσα σημασία, καθώς στηλιτεύει ένα επαναλαμβανόμενο δικονομικό φαινόμενο: καταδίκες οι οποίες, υπό το ένδυμα της ηθικής απόδειξης, καταλήγουν να καλύπτουν αποδεικτικά κενά, μετακυλύοντας ατύπως το βάρος στον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου καθιστά σαφές ότι η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων δεν δύναται να νομιμοποιεί αυθαίρετες δικανικές παραδοχές ούτε να απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση αιτιολογίας, τελεί δε υπό την αδιαπραγμάτευτη αίρεση του σεβασμού στο τεκμήριο αθωότητας. Η αρχή λοιπόν της ηθικής απόδειξης ελλοχεύει τον κίνδυνο να εκπέσει σε αυθαιρεσία, αν η ελεύθερη εκτίμηση δεν πειθαρχήσει στη λογική και αποδεικτική αιτιολόγηση του πορίσματος.
Περαιτέρω το Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν είναι διακοσμητικός κανόνας της ποινικής δίκης. Πρόκειται για θεμελιώδη εγγύηση, πραγματική και όχι θεωρητική, η οποία αποκλείει καταδίκες που στηρίζονται σε γενικές υποψίες ή στη μετακύλιση του αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο.
Είναι σαφές το μήνυμα που δίδει το ΕΔΔΑ προς τα εθνικά δικαστήρια. Η καταδικαστική κρίση πρέπει να ερείδεται σε συγκεκριμένη αποδεικτική βάση της κατηγορίας και σε επαρκή, ελέγξιμη αιτιολογία. Όπου παραμένει εύλογη αμφιβολία, ο κανόνας δεν είναι η αναπλήρωση των κενών με εικασίες, αλλά η εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, ως αναγκαίας συνέπειας του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ.

Πηγή: FANTOMAS.GR

