Μια επταετία ενός κόμματος στην εξουσία και του ίδιου προσώπου στην πρωθυπουργία, δημιουργεί αναπόφευκτα συνθήκες εσωτερικής αποσταθεροποίησης για τη συγκεκριμένη παράταξη, υπό το βάρος της συσσωρευμένης φθοράς από την άσκηση της διακυβέρνησης, το άθροισμα… απογοητεύσεων για τους πολίτες, που πάντα περιμένουν περισσότερα από αυτά τα οποία τελικά εισπράττουν, και φυσικά την ακαταμάχητη γοητεία που ασκεί σε κάθε λαό η προοπτική μιας αλλαγής.
Στη σημερινή συγκυρία, με τη μονοπρόσωπη εξουσία Μητσοτάκη, όπως την έχει χαρακτηρίσει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, να οδεύει προς τον επίλογό της, μετά από μια επταετία ακλόνητης και αδιασάλευτης κυριαρχίας, το αίτημα της πολιτικής αλλαγής έχει εμπεδωθεί ως πλειοψηφική τάση στην ελληνική κοινωνία. Εκείνο που μένει να φανεί στην πράξη είναι τα μηχανιστικά εργαλεία με τα οποία θα πραγματοποιηθεί. Ποια κόμματα θα συνεργαστούν με τη Νέα Δημοκρατία, ώστε οι συμμαχικές κυβερνήσεις να προσφέρουν την πολιτική σταθερότητα την οποία αδυνατεί πλέον να προσφέρει η ξεθωριασμένη αυτοδυναμία. Και ποιο θα είναι το πρόσωπο κοινής αποδοχής, προερχόμενο κατά πάσα πιθανότητα από τη Νέα Δημοκρατία και ευρύτερα από την Κεντροδεξιά, που θα γίνει… ανεκτό για την πρωθυπουργία, από τη στιγμή που κανείς δεν δέχεται να συναινέσει σε μια τρίτη θητεία του σημερινού Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Οι δημοσκόποι, όσοι τουλάχιστον διατηρούν ίχνη αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού, δεν έχουν ενσωματωθεί στο σύστημα ως… χειροκροτητές, και δίνουν τη μάχη για να διασώσουν τη υστεροφημία τους, αφού πρώτα προστατεύσουν τη φήμη τους, εστιάζουν σε δυο παραμέτρους που θα έχουν άμεση και καθοριστική επίδραση στην έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης που πλησιάζει. Το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά και το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού.
Αμφότεροι οι δυο κομματικοί σχηματισμοί διαμορφώνουν συνθήκες δίδυμης απειλής για τη Νέα Δημοκρατία στη σημερινή εκδοχή της, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όχι απλά… εξαφανίζουν ως προχωρημένη ονείρωξη των εκπροσώπων του συστήματος, την προοπτική της αυτοδυναμίας, αλλά δυσχεραίνουν υπερβολικά την προοπτική να ξεπεράσει η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη το 25%, ώστε να αποτρέψει την αυτοδιάλυση της σημερινής Κοινοβουλευτικής Ομάδας της «γαλάζιας» παράταξης, η οποία, στο παραπάνω ζοφερό σενάριο, θα χάσει περισσότερα από τα μισά σημερινά μέλη της.
Το κόμμα που προετοιμάζεται μεθοδικά για να ιδρύσει ο Αντώνης Σαμαράς, θα σκουπίσει το μεγαλύτερο μέρος του χώρου που πολιτικά και εκλογικά καταγράφεται στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας, Θα καταστεί πόλος έλξης για τους δυσαρεστημένους αυτής της δεύτερης τετραετίας, που το 2019 και κάποιοι και το 2023, είχαν ψηφίσει και στηρίξει τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Θα αποτρέψει ακόμη ένα μεγάλο τμήμα των παραδοσιακών, συντηρητικών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, που στις ευρωεκλογές του 2024 προτίμησαν να απέχουν από τις κάλπες να επιστρέψουν στο… μαντρί, όπως συνήθιζε να λέει ο Ευάγγελος Αβέρωφ.
Το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού από την άλλη, απευθύνεται πρωτογενώς σε συντηρητικά αλλά και αντισυστημικά κοινά, καθρεφτίζοντας το αίτημα για απονομή Δικαιοσύνης στην εθνική τραγωδία των Τεμπών με το ανεξήγητο… μπάζωμα και όσα τραγελαφικά ακολούθησαν σε επίπεδο δικαστικής διερεύνησης. Αντανακλώντας ακόμη το διαρκές αίτημα της ελληνικής κοινωνίας για κάθαρση, μετά από μια επταετία Μητσοτάκη και τη συσσώρευση σκανδάλων διαφθοράς, όπως έφερε στο προσκήνιο η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι. Και κινητοποιεί επιπροσθέτως κοινά που απείχαν από τις προηγούμενες εκλογές, να επιλέξουν την τιμωρητική ψήφο.
Συνδυαστικά, το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά και το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού… απαλλοτριώνουν την προοπτική να φτάσει η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη το όριο του 25%.
Ο Αντώνης Σαμαράς προσελκύει τους δυσαρεστημένους, παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, που απείχαν μαζικά στις ευρωεκλογές του 2024, συρρικνώνοντας την εκλογική δεξαμενή του κόμματος του Κυριάκου Μητσοτάκη στη χειρότερη εκλογική επίδοση στην Ιστορία της παράταξης, με μόλις λίγο πάνω από το 1 εκατομμύριο ψηφοφόρους. Έχοντας απωλέσει σχεδόν 1 εκατομμύριο ψηφοφόρους από τις βουλευτικές εκλογές του 2019, οι οποίοι μέχρι και σήμερα αρνούνται πεισματικά να στηρίξουν την τρέχουσα εκδοχή της Νέας Δημοκρατίας υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η Μαρία Καρυστιανού λειτουργεί ως μαγνήτης για να έρθουν στην κάλπη πολίτες οι οποίοι απείχαν από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Από τη στιγμή που θα συμβεί κάτι τέτοιο, το ποσοστό του πρώτου κόμματος, δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας θα μειωθεί αισθητά, ίσως και δραματικά, μια… τρομακτική παράμετρος που εξηγεί γιατί το Μέγαρο Μαξίμου και ο πυρήνας της εξουσίας γύρω από τον σημερινό Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, απεργάζονται σχέδια… ενίσχυσης της αποχής στις κάλπες των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών.
ΠΑΡΟΝ
