
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Με τα δημοσκοπικά ευρήματα να καταγράφουν σταθερά υψηλά ποσοστά δυσπιστίας των πολιτών απέναντι στη Δικαιοσύνη και με τις επικριτικές αιτιάσεις για τον χειρισμό εμβληματικών υποθέσεων να πληθαίνουν, η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση που αφορά τη Δικαιοσύνη αποκτά ιδιαίτερη θεσμική και πολιτική βαρύτητα. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική άσκηση αναδιατύπωσης διατάξεων, αλλά για μια κρίσιμη ευκαιρία αποκατάστασης της αξιοπιστίας ενός πυλώνα του κράτους δικαίου.
Ο δημόσιος διάλογος, ωστόσο, συχνά εγκλωβίζεται σε ένα περιορισμένο και επαναλαμβανόμενο σχήμα. Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση προβάλλεται εδώ και χρόνια ως το κατεξοχήν ζήτημα που αφορά την ανεξαρτησία της. Η συζήτηση αυτή έχει μετατραπεί σε μια «πολιτική καραμέλα», η οποία ανακυκλώνεται χωρίς να συνοδεύεται από ουσιαστικές προτάσεις για τα βαθύτερα και πιο σύνθετα προβλήματα του ελληνικού δικαστικού συστήματος. Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση καταλήγει συχνά επιφανειακή, αφήνοντας στο απυρόβλητο χρόνιες παθογένειες.
Δεν μπορεί, βεβαίως, να παραγνωριστεί ότι ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης και δικαιολογημένης κριτικής. Πολιτικοί παράγοντες, νομικοί, συνταγματολόγοι, αλλά και ευρωπαϊκοί θεσμικοί φορείς έχουν επισημάνει ότι η κυβερνητική πρωτοκαθεδρία στη διαδικασία δημιουργεί, αν όχι πραγματική, τουλάχιστον εμφανή εξάρτηση της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία. Η εικόνα αυτή αρκεί για να πλήξει την εμπιστοσύνη των πολιτών, ανεξαρτήτως των προθέσεων ή της προσωπικής ακεραιότητας των εκάστοτε επιλεγέντων προσώπων.
Το ερώτημα, όμως, είναι πού βρισκόμαστε σήμερα και τι μπορεί ρεαλιστικά να αλλάξει στο πλαίσιο της αναθεώρησης. Μια ενδεχόμενη αποσύνδεση της επιλογής της ηγεσίας από την κυβέρνηση, μέσω αυξημένου ρόλου της Βουλής, ανεξάρτητων αρχών ή μεικτών οργάνων με θεσμικές εγγυήσεις διαφάνειας, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Από μόνη της, ωστόσο, δεν αρκεί.
Τα πραγματικά προβλήματα της Δικαιοσύνης είναι βαθύτερα και δομικά: υπερβολικές καθυστερήσεις στην απονομή δικαίου, έλλειψη επαρκών υλικών και ανθρώπινων πόρων, πολυνομία και κακονομία, ανεπαρκής ψηφιοποίηση και περιορισμένη αξιολόγηση της λειτουργίας των δικαστηρίων. Η συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να ανοίξει τον δρόμο για θεσμικές εγγυήσεις που θα ενισχύουν όχι μόνο την ανεξαρτησία, αλλά και την αποτελεσματικότητα και τη λογοδοσία της Δικαιοσύνης.
Σε τελική ανάλυση, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών δεν θα προκύψει από μια μεμονωμένη αλλαγή σε επίπεδο κορυφής. Απαιτείται ένα συνεκτικό όραμα μεταρρύθμισης, που θα αντιμετωπίζει τη Δικαιοσύνη ως ζωντανό θεσμό, αναγκαίο για τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή. Η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να αποτελέσει το θεσμικό θεμέλιο αυτής της προσπάθειας — αρκεί να μην εξαντληθεί σε εύκολα συνθήματα και διαχρονικές υπεκφυγές.

