Τα τελευταία χρόνια, ο παγκόσμιος χάρτης μοιάζει με ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πεδίο μαχών. Από τις πεδιάδες της Ουκρανίας μέχρι την πολυτάραχη Μέση Ανατολή και τις εντάσεις στον Ινδοειρηνικό, η αίσθηση είναι κοινή και λεει ότι η διπλωματία υποχωρεί και το όπλο παίρνει τον λόγο. Εκεί που κάποτε οι διαφορές λύνονταν σε στρογγυλά τραπέζια με μακροσκελείς διαπραγματεύσεις, σήμερα βλέπουμε μια επικίνδυνη επιστροφή στη σκληρή ισχύ. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αμείλικτο: Γιατί η διαμεσολάβηση απέτυχε και γιατί η ισχύς του πολέμου έγινε το πρωταρχικό εργαλείο άσκησης πολιτικής;
Η πρώτη βασική αιτία αυτής της διολίσθησης εντοπίζεται στην προφανή αποδυνάμωση των διεθνών οργανισμών και των πολυμερών θεσμών. Ο ΟΗΕ, που ιδρύθηκε με το όραμα να αποτρέψει τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μοιάζει σήμερα συχνά παράλυτος μπροστά στις εξελίξεις.
Το δικαίωμα του βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας έχει μετατραπεί από εργαλείο ισορροπίας σε εργαλείο συστηματικής παρεμπόδισης της διεθνούς δικαιοσύνης. Όταν οι μεγάλες δυνάμεις αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμα και στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, η διπλωματία στερείται το απαραίτητο κύρος και τα εργαλεία για να επιβάλει την ειρήνη.
Παράλληλα, διανύουμε μια περίοδο βαθιάς μετάβασης προς έναν πολυπολικό κόσμο. Η εποχή της μονοπολικής κυριαρχίας των ΗΠΑ έχει δώσει τη θέση της σε έναν έντονα ανταγωνιστικό στίβο, όπου αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία, αμφισβητούν ενεργά το υφιστάμενο status quo.
Σε τέτοιες περιόδους ιστορικής αστάθειας και ανακατανομής ισχύος, τα κράτη τείνουν να εμπιστεύονται λιγότερο τις διπλωματικές υποσχέσεις και περισσότερο τα εξοπλιστικά τους προγράμματα. Η διπλωματία απαιτεί ένα ελάχιστο επίπεδο αμοιβαίας εμπιστοσύνης, το οποίο αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών.
Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο της εποχής μας είναι η διαστρέβλωση της ίδιας της έννοιας της διαμεσολάβησης. Ιστορικά, ο διαμεσολαβητής λειτουργούσε ως ένας ουδέτερος τρίτος που επεδίωκε τον έντιμο συμβιβασμό.
Σήμερα, ωστόσο, παρατηρούμε ότι η διαμεσολάβηση εργαλειοποιείται πλήρως. Ισχυρά κράτη παρεμβαίνουν σε συγκρούσεις όχι για να φέρουν μια βιώσιμη ειρήνη, αλλά για να παγιώσουν τα δικά τους στρατηγικά και γεωπολιτικά οφέλη. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαμεσολάβηση δεν είναι πλέον η γέφυρα προς τη λύση, αλλά ένα τακτικό εργαλείο για την ανασύνταξη δυνάμεων ή την επιβολή τετελεσμένων στο έδαφος.
Όταν η διαμεσολάβηση ασκείται αποκλειστικά με όρους ισχύος, παύει να είναι διπλωματία και μετατρέπεται σε παράταση του πολέμου με άλλα μέσα. Οι ειρηνευτικές συνομιλίες συχνά χρησιμοποιούνται ως προπέτασμα καπνού για να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος στο πεδίο της μάχης ή για να νομιμοποιηθούν εδαφικές κατακτήσεις. Αυτή η τακτική υπονομεύει κάθε μελλοντική προσπάθεια ειλικρινούς διαλόγου, καθώς οι αντιμαχόμενες πλευρές αντιλαμβάνονται τη διαπραγμάτευση ως μια μορφή “διπλωματικής ενέδρας”.
Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέπουμε την επίδραση της εσωτερικής πολιτικής και την άνοδο του λαϊκισμού. Σε πολλές χώρες, η διπλωματία και ο συμβιβασμός παρουσιάζονται από ηγέτες ως ένδειξη αδυναμίας ή ενδοτισμού.
Η ρητορική του πολέμου και η επίδειξη στρατιωτικής ισχύος προσφέρουν εύκολες συγκινήσεις στο εγχώριο ακροατήριο και αποσπούν την προσοχή από κοινωνικά προβλήματα. Η υποχώρηση του ορθολογισμού μπροστά στον εθνικιστικό συναισθηματισμό καθιστά τη διπλωματική οδό εξαιρετικά δύσβατη για κάθε ηγέτη που θα ήθελε να επιλέξει τον δρόμο της σύνεσης.
Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι η υποχώρηση της διπλωματίας είναι το αποτέλεσμα μιας παγκόσμιας τάξης που καταρρέει χωρίς να έχει βρεθεί ακόμα η διάδοχη κατάσταση.
Όσο η ισχύς θεωρείται πιο αποδοτική από τον διάλογο, ο κόσμος θα παραμένει ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο. Η ιστορία διδάσκει ότι ο πόλεμος έχει τεράστιο κόστος και η διπλωματία, παρά την αργή της φύση, παραμένει η μόνη βιώσιμη λύση. Για να επιστρέψει στο προσκήνιο, απαιτείται μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που θα βασίζεται στην αμοιβαία ανάγκη για επιβίωση και όχι στον φόβο του ισχυρότερου. Και πάνω από όλα χρειάζεται σοβαρούς ηγέτες ….

