Η ταινία-ντοκιμαντέρ «Πες μου/Tell me» των Νίκου Μεγγρέλη και Ρενέ Ρεβάχ, με θέμα την ιστορική μνήμη από το Ολοκαύτωμα και τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, προβλήθηκε χθες σε ατμόσφαιρα συγκίνησης στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, με πρωτοβουλία της κοινοβουλευτικής ομάδας των Πρασίνων και συγκεκριμένα της πρώην υφυπουργού Πολιτισμού Κλαούντια Ροτ και με την υποστήριξη του Ιδρύματος «Χάινριχ Μπελ».
Στο ντοκιμαντέρ, η Ρενέ Ρεβάχ μπαίνει σε έναν φανταστικό διάλογο με τον παππού της, τον μόνο επιζώντα της οικογένειάς της. Μέσα από μια ανταλλαγή επιστολών μεταξύ γενεών, η ταινία διερευνά την έννοια του διαγενεακού τραύματος, τη συχνά σιωπηλή μετάδοση μνήμης και θλίψης από τη μία γενιά στην επόμενη, σημειώνουν οι δημιουργοί.
Χτίσαμε τη σημερινή βραδιά γύρω από ένα ερώτημα: «Πώς μπορούμε να διατηρήσουμε και να μεταδώσουμε τη μνήμη, καθώς οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος λιγοστεύουν και οι προσωπικές αναμνήσεις μεταφέρονται ολοένα περισσότερο μέσα από εικόνες και αφηγήσεις;», ανέφερε η κυρία Ροτ στην εισαγωγική ομιλία της στη συζήτηση που ακολούθησε, για το Ολοκαύτωμα, το τραύμα και τη μνήμη, με τη συμμετοχή της ίδιας, των βουλευτών Μπόρις Μπιγιάτοβιτς και Μαρλένε Σενεμπέργκερ, της επιζήσασας Λόλα ‘Αντζελ, της σεναριογράφου του ντοκιμαντέρ και πρωταγωνίστριάς του Ρενέ Ρεβάχ, του πατέρα της, Ισίδωρου Ρεβάχ και του σκηνοθέτη της ταινίας Νίκου Μεγγρέλη.
«Η αναζήτηση της Ρενέ για την οικογενειακή της ιστορία δείχνει πόσο βαθιά το Ολοκαύτωμα μπορεί να συνεχίσει να επηρεάζει τις ζωές ανθρώπων που δεν το έζησαν οι ίδιοι. Και αυτό μας οδηγεί από την ατομική μνήμη στην πολιτική της μνήμης. Διότι η μνήμη δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά επίσης τις ιστορίες που μια κοινωνία επιλέγει να αφηγείται, τις ιστορίες που γίνονται ορατές και εκείνες που παραμένουν στη σκιά», επισήμανε η κυρία Ροτ και τόνισε ότι για την ίδια και γενικότερα τους κοινοβουλευτικούς, «η κουλτούρα της μνήμης δεν μπορεί να είναι μια απλή τελετουργική άσκηση – είναι πολιτική ευθύνη». Πρέπει διαρκώς να αναρωτιόμαστε ποιες φωνές ακούγονται, ποιες ιστορίες διδάσκονται και πού εξακολουθούν να υπάρχουν κενά και σιωπές. Και πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η εβραϊκή ιστορία δεν θα θυμόμαστε μόνο μέσα από το πρίσμα του διωγμού και της εξόντωσης, αλλά και ως ιστορία κοινοτήτων, πολιτισμών, οικογενειών και ζωών που υπήρχαν πολύ πριν από το Ολοκαύτωμα και συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό η μνήμη δεν αφορά μόνο το να κοιτάζουμε πίσω. Αφορά και το να αναρωτιόμαστε τι σημαίνουν αυτές οι ιστορίες για εμάς σήμερα και ποια ευθύνη αναλαμβάνουμε όταν τις θυμόμαστε, πρόσθεσε και υπογράμμισε ότι η ταινία «μας καλεί να δημιουργήσουμε αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν». Η μνήμη του ‘Αουσβιτς, τόνισε, δεν αφορά μόνο την τιμή προς τα θύματα. Αφορά επίσης την κατανόηση του τι διακυβεύεται όταν οι δημοκρατικές αξίες, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ελευθερία και το δικαίωμα στη ζωή δέχονται επίθεση. «Όταν βλέπουμε σήμερα αντιδημοκρατικές δυνάμεις να κερδίζουν ισχυρή εκλογική υποστήριξη, αυτό πρέπει να μας προβληματίζει βαθιά. Η ιστορική συνείδηση μάς επιβάλλει μια ιδιαίτερη ευθύνη να προστατεύουμε τις δημοκρατικές αξίες και τα διδάγματα της ιστορίας. Πρέπει να αντιστεκόμαστε στις συνθήκες που επιτρέπουν στο μίσος, τον αποκλεισμό, τον αντισημιτισμό και τον αυταρχισμό να κερδίζουν έδαφος. Και πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τη μνήμη όχι ως κάτι που ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν, αλλά ως αποστολή του παρόντος. Η ευθύνη της Γερμανίας δεν περιορίζεται στη διατήρηση της ιστορικής γνώσης. Σημαίνει την οικοδόμηση και την υπεράσπιση μιας ζωντανής κουλτούρας μνήμης», πρόσθεσε η Κλαούντια Ροτ και ως ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα της βραδιάς ανέδειξε τη σημασία του «να συνεχίσουμε να υψώνουμε τη φωνή μας όταν άλλοι δεν μπορούν πλέον να μιλήσουν, όταν οι τελευταίοι επιζώντες δεν θα είναι πια μαζί μας. Έτσι η ευθύνη της μνήμης δεν θα εξαφανιστεί. Θα περάσει σε εμάς».
«Απόψε είδαμε τι σήμαινε η Θεσσαλονίκη για την εβραϊκή ιστορία. Και είδαμε τις βαθιές πληγές που άφησαν πίσω τους τα γερμανικά εγκλήματα. Πολύ συχνά, η ιστορία μετατρέπεται σε έναν κατάλογο αριθμών. Όμως πάνω απ’ όλα, αυτή η ταινία και τα λόγια σας έδωσαν σε αυτούς τους ανθρώπους φωνή και πρόσωπο. Απόψε ακούστηκαν ιστορίες. Και μαζί με αυτές, οι άνθρωποι ξαναβρήκαν ένα κομμάτι της αξιοπρέπειάς τους», δήλωσε από την πλευρά του ο βουλευτής των Πρασίνων Μπόρις Μιγιάτοβιτς, ενώ η συνάδελφός του Μαρλένε Σενεμπέργκερ παρατήρησε ότι μέσα από αυτή την ταινία, μέσα από το μοίρασμα της ιστορίας της οικογένειάς της Ρενέ Ρεβάχ, η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης γίνεται πολύ απτή. «Η ταινία μας αγγίζει με έναν βαθιά προσωπικό τρόπο, επιτρέποντάς μας να συνδεθούμε με συναισθήματα, μνήμες και εμπειρίες που διαφορετικά ίσως να παρέμεναν πέρα από την εμβέλειά μας. Γι’ αυτό η ταινία έχει τόσο βαθύ νόημα: ρίχνει φως στην εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης και στο απόλυτο σκοτάδι όσων συνέβησαν. Έχουν περάσει δεκαετίες, κι όμως η μνήμη παραμένει ζωντανή. Θα θυμόμαστε και δεν θα ξεχάσουμε ποτέ», τόνισε.
Η σεναριογράφος και πρωταγωνίστρια της ταινίας Ρενέ Ρεβάχ εξήγησε ότι της είναι ιδιαίτερα δύσκολο να περιγράψει τα συναισθήματά της για το γεγονός ότι το «Tell me» προβάλλεται στο γερμανικό κοινοβούλιο και εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της στην επιζήσασα του Ολοκαυτώματος Λόλα ‘Αντζελ «για το θάρρος της, για το ότι μοιράζεται μαζί μας την ιστορία της και για το ότι συνεχίζει να καταθέτει τη μαρτυρία της». Ευχαρίστησε επίσης τον πατέρα της Ισίδωρο Ρεβάχ και πρόσθεσε ότι η ταινία ξεκίνησε από τη δική της οικογένεια και το Ολοκαύτωμα, «από τα ίχνη που μπορεί να αφήσει μια εμπειρία σε ανθρώπους που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν συνέβη».
«Μέσα από τη δημιουργία της όμως, άρχισα να καταλαβαίνω κάτι ευρύτερο: Το τραύμα δεν ανήκει μόνο στη στιγμή κατά την οποία ασκείται η βία. Ταξιδεύει. Μπορεί να περνά μέσα από τις οικογένειες, μέσα από τη σιωπή, μέσα από τον φόβο, μέσα από όσα λέγονται και ίσως ακόμη περισσότερο μέσα από όσα δεν λέγονται. Ίσως όμως το τραύμα να μπορεί να γίνει ένας τόπος από τον οποίο αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε κάτι ο ένας στον άλλον. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς η μνήμη έχει τόσο επείγουσα σημασία σήμερα. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος και η βαρβαρότητα αποτελούν ξανά μέρος των εικόνων που βλέπουμε καθημερινά. Βλέπουμε ανθρώπους να περιορίζονται σε κατηγορίες, ταυτότητες και εχθρούς. Σε ολόκληρη την Ευρώπη βρισκόμαστε ξανά αντιμέτωποι με τον εθνικισμό, τον διχασμό και τη γλώσσα του αποκλεισμού.Οι πόλεμοι της δικής μας εποχής μάς κρατούν έναν καθρέφτη. Μας θέτουν ένα δύσκολο ερώτημα: τι έχουμε πραγματικά μάθει μέσα από τη μνήμη;», ανέφερε η κυρία Ρεβάχ και σημείωσε το γεγονός ότι η προβολή συνέπεσε με την ημέρα του Γιομ Κιπούρ. «Για μένα, υπάρχει κάτι βαθιά ουσιαστικό σε αυτή τη σύμπτωση. Γιατί ίσως η μνήμη δεν αφορά μόνο το να κοιτάζουμε προς τα πίσω. Ίσως ο βαθύτερος σκοπός της είναι να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον σήμερα. Γι’ αυτό αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη που το Tell Me προβάλλεται εδώ απόψε», δήλωσε.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Νίκος Μεγγρέλης διευκρίνισε από την πλευρά του ότι οι δύο δημιουργοί επέλεξαν να μην χρησιμοποιήσουν τις συγκλονιστικές φωτογραφίες που τράβηξαν οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί όταν απελευθερώθηκαν τα στρατόπεδα, χάρη στις οποίες τεκμηριώθηκε το έγκλημα του Ολοκαυτώματος. «Θέλαμε να εστιάσουμε στο σήμερα, όχι με έναν διδακτικό τρόπο, αλλά με μια βιωματική διαδρομή στο παρόν. Η Ρενέ επιστρέφει στους τόπους μνήμης — στον Παλαιό Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης και στο ‘Αουσβιτς — κάνει νοερά το ταξίδι των προγόνων της και φωτογραφίζει. Η ταινία χτίζεται πάνω στη σιωπή, στη σκιά, στην προσωπική αναμέτρηση με τον χώρο. Με το ντοκιμαντέρ – και η Ρενέ με τη φωτογραφική μηχανή – απαθανατίζουμε το Αουσβιτς όπως είναι σήμερα. Η εικόνα όμως δεν αποτυπώνει μόνο το παρόν. Ανασύρει μνήμες, εικόνες, ήχους και σκέψεις ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί σαν καμπανάκι εγρήγορσης. Μας τοποθετεί μέσα σε μια χρονοκάψουλα, βλέπουμε το παρελθόν, αλλά – αν εφησυχάσουμε – και το μέλλον», προειδοποίησε ο κ. Μεγγρέλης και εξήγησε ότι αυτό που ήθελαν ο ίδιος και η Ρενέ Ρεβάχ να πουν με την ταινία τους είναι ότι «το Ολοκαύτωμα δεν έπεσε από τον ουρανό. Δημιουργήθηκε από συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να ήταν παράφρονες ή ημίτρελοι, όπως ο Χίτλερ, που είχαν μια ψευδαίσθηση μεγαλείου, ή μια εγωπάθεια -όπως ο Μουσολίνι- να ονειρεύονται να γίνονται Καίσαρες. Αλλά γύρω τους είχαν μια σειρά από στελέχη και ένα αφήγημα που συνέπαιρνε τα πλήθη που τους επευφημούσε και τους στήριζε. Όλο αυτό το αφήγημα στηρίζεται στη δημιουργία ενός εχθρού. Την εποχή εκείνη ήταν οι Εβραίοι, οι Ρομά, οι ομοφυλόφιλοι και φυσικά ήταν και οι υπερασπιστές των δημοκρατικών δικαιωμάτων, οι διανοούμενοι, οι αριστεροί και οι δημοκράτες». Αν ρίξουμε μια ματιά στο χάρτη σήμερα, συνέχισε ο σκηνοθέτης της ταινίας, θα δούμε ότι ο κόσμος κυριαρχείται από αυταρχικούς ηγέτες – το λέω πολύ κομψά – και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού και στη μέση είναι η Ευρώπη, η οποία προσπαθεί να υπερασπιστεί τα ανθρώπινα και τα δημοκρατικά δικαιώματα, αλλά είναι άλαλη και άφωνη, γιατί ακόμα δεν έχει βρει τον κοινό βηματισμό που θα έπρεπε να είχε βρει εδώ και τόσα χρόνια. «Αυτή η αφωνία οδηγεί τελικά και στην απραξία και στο να είναι μια οντότητα η οποία απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις. Την ίδια στιγμή, υπάρχει ένα νεοναζιστικό και ένα νεοφασιστικό κύμα το οποίο ανεβαίνει μέσα στην Ευρώπη και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο γιατί αυτό φτιάχνει την ατζέντα και κατασκευάζει τους “εχθρούς”», τόνισε και υπενθύμισε ότι φτάσαμε στο Αουσβιτς και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης βήμα- βήμα, γιατί καταργήθηκε κάθε έννοια δικαίου, επικράτησε η λογική του αρπακτικού, του ισχυρότερου. «Εστιάζοντας στην ιστορία των προγόνων της Ρενέ- μια κουκκίδα στις τόσες πολλές – γίνεται κατανοητό ότι τις συνέπειες τις πλήρωσαν και την πληρώνουν οι αθώοι άνθρωποι ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής ή θρησκευτικών πεποιθήσεων», ανέφερε ο κ. Μεγγρέλης.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πηγή: FANTOMAS.GR

