Ο όρος «συστημικός κίνδυνος» χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει κάποιος μια κατάσταση κατά την οποία η κατάρρευση ενός βασικού πυλώνα μπορεί να συμπαρασύρει ολόκληρο το σύστημα. Στην πολιτική, αυτός ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν η φθορά μιας κυβέρνησης δεν περιορίζεται σε εκλογικές απώλειες, αλλά επηρεάζει βαθύτερα τη λειτουργία των θεσμών, την εμπιστοσύνη των πολιτών και τη συνοχή της δημοκρατίας. Στη σημερινή ελληνική συγκυρία, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η κρίση που αντιμετωπίζει η Νέα Δημοκρατία έχει τέτοια χαρακτηριστικά.
Δεν είναι μικρό επίτευγμα για μια κυβέρνηση να έχει κερδίσει εκλογές με ποσοστό 41%, επικαλούμενη το δόγμα του «επιτελικού κράτους» και την υπόσχεση αποτελεσματικότητας και σταθερότητας. Ωστόσο, η πολιτική κυριαρχία δεν αποτελεί εγγύηση διαρκούς αξιοπιστίας. Αντιθέτως, όσο μεγαλύτερη είναι η ισχύς, τόσο μεγαλύτερες είναι και οι απαιτήσεις λογοδοσίας. Στην περίπτωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, φαίνεται πως η συσσώρευση υποθέσεων και κρίσεων έχει δημιουργήσει ένα βαρύ πολιτικό φορτίο.
Από τις υποκλοπές μέχρι την τραγωδία των Τεμπών, και από ζητήματα που αφορούν οργανισμούς όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι προβλήματα στην κατάρτιση και τη διαχείριση δημόσιων πόρων, ο κατάλογος των υποθέσεων που απασχολούν την κοινή γνώμη είναι μακρύς. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι , ότι δεν φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί η καταγραφή των σκανδάλων . Η αίσθηση μιας διαρκούς εκκρεμότητας ενισχύει την εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί υπό πίεση και αμφισβήτηση.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν η κριτική προέρχεται από πρόσωπα που ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο. Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός και αρχηγός του κόμματος, ο Αντώνης Σαμαρας , ο οποίος μάλιστα φέρεται να υπήρξε στόχος παρακολούθησης, από κάποιους …ιδιώτες, μιλά για κυβέρνηση συνώνυμη της διαφθοράς, τότε το μήνυμα δεν μπορεί να αγνοηθεί. Δεν πρόκειται απλώς για εσωκομματική διαφωνία, αλλά για ένδειξη βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνία δείχνει ολοένα και πιο επιφυλακτική απέναντι σε μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση ισχύος και περιορισμένο ανταγωνισμό. Από τα σούπερ μάρκετ μέχρι τις παντοδύναμες τράπεζες, η αίσθηση ότι βασικοί τομείς της οικονομίας λειτουργούν ως «κράτος εν κράτει» ενισχύει την απογοήτευση των πολιτών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολιτική φθορά δεν είναι απλώς ζήτημα εικόνας, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας.
Μπροστά σε αυτή τη συνθήκη, όλο και περισσότεροι παράγοντες της ελληνικής πραγματικότητας εκτιμούν ότι οι εκλογές ίσως αποτελούν διέξοδο. Όχι απαραίτητα ως πανάκεια, αλλά ως μηχανισμός ανανέωσης της λαϊκής εντολής και επανανομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Η προσφυγή στις κάλπες μπορεί να λειτουργήσει ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, δίνοντας στους πολίτες τη δυνατότητα να εκφράσουν την κρίση τους.
Τελικά, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν μια κυβέρνηση φθείρεται, αλλά αν η φθορά αυτή απειλεί τη συνολική ισορροπία του πολιτικού συστήματος. Αν η απάντηση είναι θετική, τότε η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Απαιτείται θεσμική σοβαρότητα, διαφάνεια και, ενδεχομένως, μια νέα λαϊκή ετυμηγορία που θα επανακαθορίσει τους όρους της πολιτικής σταθερότητας. Ο πρωθυπουργός πρέπει να πάρει τα μηνύματα της κοινωνίας και να δώσει λύση στο διαφαινόμενο αδιέξοδο .

