Την κρίσιμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, σκιαγράφησε σε συνέντευξή του στην εκπομπή “Ο επισκέπτης της έβδομης μέρας” στον Αθήνα 9.84 και στον Δημήτρη Τζιβελέκη, ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρώην Υπουργός Παιδείας, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος.
Σχολιάζοντας τις τρέχουσες εξελίξεις, ανέφερε ότι η κατάσταση στο πολεμικό μέτωπο είναι ανησυχητική με ενδείξεις γενίκευσης και κλιμάκωσης των συγκρούσεων που μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερη περιφερειακή κρίση.
Παράλληλα, ο πρώην Υπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει αναλάβει στρατηγικό ρόλο μέσω της παρουσίας ελληνικών δυνάμεων, τόσο στην Κύπρο όσο και στη Βουλγαρία, τονίζοντας ότι αυτές οι κινήσεις δεν έχουν μόνο συμβολικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν στρατηγική αναγκαιότητα για την ενίσχυση της αμυντικής ομπρέλας των εταίρων μας.
Αποστολή ελληνικών δυνάμεων σε Κύπρο και Βουλγαρία
«Ήταν αναγκαίο να επεκτείνουμε την αμυντική μας ομπρέλα στους αδερφούς Κυπρίους, στον ελληνισμό της Κύπρου. Το δόγμα του Νέου Αμυντικού Χώρου, το οποίο εκπόνησαν ο Αρσένης με τον Κληρίδη και ήμουν και εγώ ανάμεσα σε εκείνους που το στήριξαν θεωρητικά με τη θεωρία των παιγνίων, ήταν αναγκαίο και εθνικά ορθό να εφαρμοστεί. Η αποστολή ελληνικών δυνάμεων ουσιαστικά είχε συμβολικό χαρακτήρα περισσότερο παρά ουσιαστικό, γιατί χρειάζονται πολύ περισσότερες δυνάμεις.
Αυτό που βλέπουμε όμως , είναι ότι η κίνησή μας έφερε τη Γαλλία στο παιχνίδι, διόρθωσε αστοχίες από την πλευρά της Βρετανικής κυβέρνησης, έφερε την Ισπανία και την Ολλανδία, δημιουργώντας μια ….”συμμαχία των προθύμων”, ενώ προετοιμάζεται η τριμερής επίσκεψη Μακρόν – Προέδρου Κυπριακής Δημοκρατίας – Έλληνα Πρωθυπουργού. Παράλληλα, το ενιαίο αμυντικό δείγμα της Ευρώπης που προκύπτει από αυτή την πρωτοβουλία, αναδεικνύει τη σημασία της συνεργασίας, παρότι θα θέλαμε να γίνει και κεντρικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα σωστά δρα και στη Βουλγαρία, υπενθυμίζοντας ότι είμαστε η εσχατιά της Ευρώπης απέναντι στις προκλήσεις ενός κόσμου όπου επικρατεί το δίκαιο του ισχυρού».
Προβληματισμός στην Τουρκία
«Η Τουρκία προβληματίζεται έντονα από τις τρέχουσες εξελίξεις για τρεις κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ενδέχεται να δεχθεί ένα τεράστιο προσφυγικό κύμα, κάτι που δεν είναι εύκολο ούτε απλό, και δεν αφορά μόνο την ίδια, καθώς η χώρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως χώρΑ παραμονής αλλά και ως τράνζιτ, αφού πολλοί θα θέλουν να κατευθυνθούν προς ευρωπαϊκά εδάφη.
Ο δεύτερος λόγος είναι η αποδυνάμωση του Ιράν και ταυτόχρονα η ενδυνάμωση του Ισραήλ, κάτι που για την Τουρκία δεν αποτελεί θετική εξέλιξη. Αντίθετα, για εμάς είναι καλή εξέλιξη , λόγω της στρατηγικής μας συμμαχίας με το Ισραήλ. Ο τρίτος λόγος αφορά τη συνολική γεωπολιτική αξία της χώρας, η οποία μειώνεται καθώς η Τουρκία χάνει τον ρόλο που παρουσίαζε στη Δύση ως αποτρεπτικός παράγοντας απέναντι στο Ιράν.
Επομένως, είναι πολλαπλά τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η Τουρκία, γεγονός που εξηγεί και τα πρώτα δείγματα μιας στροφής προς μια μεγαλύτερη Νατοϊκή ορθοδοξία, σε αντίθεση με τις πολιτικές που συνηθίζαμε μέχρι σήμερα από το καθεστώς Ερντογάν».
Διάδοχη κατάσταση στο Ιράν και κλιμάκωση
«Πάντοτε έχει σημασία ποιος ηγείται ενός κράτους, ιδιαίτερα σε μια εμπόλεμη περίοδο. Ωστόσο, όπως είναι τα γεγονότα σήμερα, η διάδοχη κατάσταση στο Ιράν δεν φαίνεται να αλλάζει σημαντικά την κατάσταση. Οι λιγότερο σκληροπυρηνικές δυνάμεις δεν έχουν περιθώριο να επικρατήσουν. Παράλληλα, η δεδηλωμένη πρόθεση του Ισραήλ είναι να συνεχίσει τα πλήγματα στο ανθρώπινο δυναμικό και στην αλυσίδα διαδοχής, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε σε έναν πόλεμο που κλιμακώνεται επικίνδυνα. Η πολιτική στόχευση τόσο των ΗΠΑ όσο και του Ισραήλ φαίνεται να προδιαθέτει για μια παρατεταμένη σύγκρουση, με δύο επιχειρησιακούς στόχους: την εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος και του βαλλιστικού οπλοστασίου του Ιράν. Το Ισραήλ διαπιστώνει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί απειλή, αλλά και το βαλλιστικό οπλοστάσιο, ακόμη και με συμβατικά όπλα, παραμένει υπαρξιακό ζήτημα. Παράλληλα, ο πολιτικός στόχος, δηλαδή η καθεστωτική αλλαγή, είναι δύσκολος χωρίς χερσαίες δυνάμεις, αφού τα πλήγματα από αέρα και θάλασσα, αν και καθοριστικά, δεν επαρκούν για την πλήρη επικράτηση. Η τακτική του Ιράν είναι να δέχεται και να απορροφά τα πλήγματα, ώστε να διατηρήσει την επιβίωση του καθεστώτος».
Στρατηγικά παιχνίδια
«Βλέπουμε συνεχείς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, καταστροφή στρατιωτικών και πολιτικών υποδομών και στόχων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα επιτευχθεί συνθηκολόγηση άνευ όρων. Το Ιράν δοκιμάζει τις αντιπυραυλικές άμυνες του Ισραήλ και των γύρω χωρών, ενώ παράλληλα επιδιώκει τη γενίκευση των επιθέσεων σε όλο τον Περσικό Κόλπο, προσπαθώντας να διαταράξει ενεργειακές αλυσίδες και οικονομικές ισορροπίες. Η στρατηγική του Ισραήλ εστιάζει στην αποδυνάμωση του Ιράν και των πληρεξουσίων του, ενώ οι ΗΠΑ εμπλέκονται για διαφορετικούς λόγους, κυρίως για εσωτερικούς και γεωπολιτικούς».
Το ζήτημα των Κούρδων
«Η εμπλοκή των Κούρδων ως ένοπλης εθνοτικής μειονότητας θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για χερσαίες επιχειρήσεις, αλλά απαιτεί πολιτικά ανταλλάγματα και υποστήριξη. Η πραγματικότητα είναι δύσκολη. Το αυταρχικό καθεστώς του Ιράν μπορεί να καταστείλει οποιαδήποτε εξέγερση, και η ανάμειξη ξένων δυνάμεων σε χερσαίες επιχειρήσεις είναι εξαιρετικά περιορισμένη».
Οι στόχοι του Ισραήλ και των ΗΠΑ
«Παρά τη στενή τους συνεργασία, ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν διαφορετικές τακτικές και στόχους. Το Ισραήλ διεξάγει έναν πόλεμο ανάγκης για να προστατεύσει την ασφάλειά του και να εξαλείψει τις πληρεξούσιες δυνάμεις του Ιράν γύρω από την περιοχή, ενώ η Αμερική εμπλέκεται σε έναν πόλεμο επιλογής, για στρατηγικούς και πολιτικούς λόγους. Οι δύο χώρες κινούνται παράλληλα, αλλά όχι ταυτόσημα, με τις επιχειρήσεις να επηρεάζουν το οπλοστάσιο, τη γεωπολιτική θέση και τις διεθνείς σχέσεις, ιδίως απέναντι σε Ρωσία, Κίνα και Ινδία».
Ενεργειακή πίεση στην Κίνα
«Η Κίνα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στο Ιράν, λόγω της εξάρτησής της από ενεργειακούς πόρους. Το επικείμενο ταξίδι του Τραμπ καθιστά κρίσιμο αν η Αμερική θα παραμείνει ή θα αποχωρήσει από τη σύγκρουση πριν την επίσκεψη, επηρεάζοντας τη γεωπολιτική και ενεργειακή ισορροπία. Η στρατηγική των ΗΠΑ φαίνεται να επιδιώκει να περιορίσει την ενεργειακή ροή προς την Κίνα, επηρεάζοντας και τη θέση της Ρωσίας στο παιχνίδι».

