Σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια, με την πρόεδρο Κριστίν Λαγκάρντ να υπογραμμίζει ότι βασικός στόχος παραμένει η σταθεροποίηση του πληθωρισμού στο 2% μεσοπρόθεσμα. Όπως τόνισε, η πορεία της νομισματικής πολιτικής θα συνεχίσει να καθορίζεται από τα δεδομένα, χωρίς προκαθορισμένη κατεύθυνση για τα επιτόκια.
Η ίδια επεσήμανε ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει επιβαρύνει σημαντικά τις οικονομικές προοπτικές, αυξάνοντας τους κινδύνους τόσο για τον πληθωρισμό όσο και για την ανάπτυξη. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αναμένεται να ενισχύσουν τον πληθωρισμό βραχυπρόθεσμα, ενώ οι επιπτώσεις σε βάθος χρόνου θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.
Παρά την αβεβαιότητα, η εικόνα της οικονομίας της ευρωζώνης εμφανίζεται σχετικά ανθεκτική. Ο πληθωρισμός κινείται κοντά στον στόχο του 2% και οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες παραμένουν σταθερές, ενώ η οικονομική δραστηριότητα έχει δείξει σημάδια αντοχής τους τελευταίους μήνες. Ωστόσο, η ΕΚΤ τονίζει ότι τα επόμενα στοιχεία θα είναι καθοριστικά για την αξιολόγηση των εξελίξεων.
Σύμφωνα με τις νέες προβολές, ο πληθωρισμός αναμένεται στο 2,6% το 2026, στο 2,0% το 2027 και στο 2,1% το 2028, με ανοδική αναθεώρηση σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, κυρίως λόγω της ενέργειας. Αντίστοιχα, ο δομικός πληθωρισμός προβλέπεται επίσης υψηλότερος. Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη αναμένεται πιο ασθενής, με ρυθμό 0,9% το 2026, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου επηρεάζουν τα εισοδήματα, την εμπιστοσύνη και τις αγορές εμπορευμάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη από το βασικό σενάριο, ειδικά αν υπάρξουν δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές και στους μισθούς.
Στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας, η ευρωζώνη κατέγραψε οριακή ανάπτυξη στο τέλος του 2025, κυρίως χάρη στην εγχώρια ζήτηση. Η κατανάλωση των νοικοκυριών ενισχύθηκε λόγω αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων και χαμηλής ανεργίας, ενώ επενδύσεις σημειώθηκαν σε τομείς όπως η τεχνολογία και η καινοτομία. Ωστόσο, το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει ασταθές.
Η ΕΚΤ εκτιμά ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης, ενώ οι δημόσιες δαπάνες για άμυνα και υποδομές αναμένεται να στηρίξουν την οικονομία. Παράλληλα, επισημάνθηκε η ανάγκη για δημοσιονομική πειθαρχία και στοχευμένα μέτρα απέναντι στην ενεργειακή κρίση.
Όσον αφορά τον πληθωρισμό, καταγράφηκε αύξηση στο 1,9% τον Φεβρουάριο, με τη συνιστώσα των υπηρεσιών και των αγαθών να ενισχύεται, ενώ η ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό παράγοντα μεταβλητότητας. Η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας ενδέχεται να επηρεάσει ευρύτερα τον πληθωρισμό μέσω έμμεσων επιδράσεων, κάτι που απαιτεί στενή παρακολούθηση.
Στο μέτωπο των κινδύνων, η Λαγκάρντ τόνισε ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι κυρίως καθοδικοί, καθώς μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να πλήξει την εμπιστοσύνη και να περιορίσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Την ίδια στιγμή, οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί, ιδιαίτερα αν οι τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές ή ενταθούν οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες έχουν ήδη επιδεινωθεί, με άνοδο των επιτοκίων στις αγορές και πτώση των χρηματιστηρίων, ενώ το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά παραμένει σχετικά υψηλό.
Κλείνοντας, η πρόεδρος της ΕΚΤ ξεκαθάρισε ότι η Τράπεζα θα συνεχίσει να λαμβάνει αποφάσεις συνεδρίαση με συνεδρίαση, με απόλυτη προσήλωση στα δεδομένα, διατηρώντας πλήρη ευελιξία. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία της ώστε να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα επιστρέψει και θα παραμείνει σταθερά στον στόχο του 2%, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ομαλή λειτουργία της νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη.
Το άρθρο “Καμπανάκι” από την Κριστίν Λαγκάρντ: Πόλεμος και ενέργεια φέρνουν νέα πίεση στον πληθωρισμό εμφανίστηκε πρώτα στο iAxia.


