Η υπόθεση Μαντωνανάκη μοιάζει με φάκελο που δεν λέει να κλείσει. Αντιθέτως, κάθε φορά που φαίνεται να καταλαγιάζει, επανέρχεται στο προσκήνιο, θυμίζοντας μια εποχή όπου οι μεγάλες αποφάσεις λαμβάνονταν υπό την πίεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και οι ισορροπίες μεταξύ κράτους και ιδιωτών δοκιμάζονταν στα όριά τους. Σήμερα, περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά, η σκιά εκείνης της περιόδου εξακολουθεί να βαραίνει μια δικαστική διαμάχη με υψηλό οικονομικό και θεσμικό διακύβευμα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η σύγκρουση του ξενοδόχου Στέφανου Μαντωνανάκη με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος και την τότε Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα (ΕΤΑ), σχετικά με συμφωνία εξασφάλισης δωματίων ενόψει των Αγώνων. Σύμφωνα με τον ίδιο, η συμφωνία αυτή «ναρκοθετήθηκε» από παρεμβάσεις σε ανώτατο επίπεδο, οι οποίες αλλοίωσαν τους όρους του ανταγωνισμού και οδήγησαν σε σημαντική οικονομική ζημία. Ο επιχειρηματίας υποστηρίζει ότι υπήρξε συντονισμένη υπονόμευση, η οποία στέρησε από τις επιχειρήσεις του αναμενόμενα έσοδα σε μια περίοδο πρωτοφανούς τουριστικής και διεθνούς προβολής για τη χώρα.
Το ποσό που διεκδικεί ανέρχεται σε 60,9 εκατομμύρια ευρώ, ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Δεν πρόκειται για μια απλή οικονομική διαφορά, αλλά για υπόθεση με σαφείς θεσμικές προεκτάσεις. Αν οι καταγγελίες ευσταθούν, τότε τίθεται ζήτημα αθέμιτων παρεμβάσεων, στρέβλωσης της αγοράς και ενδεχόμενης καταχρηστικής άσκησης εξουσίας. Αν όχι, τότε η Πολιτεία καλείται να αποδείξει ότι οι χειρισμοί της ήταν σύννομοι και επιβεβλημένοι από τις συνθήκες της εποχής.
Το 2023, το Συμβούλιο της Επικρατείας φάνηκε να δίνει νέα πνοή στην υπόθεση, ζητώντας πλήρη και εκ νέου εξέταση των ισχυρισμών. Η απόφαση αυτή ερμηνεύτηκε ως έμμεση αναγνώριση ότι υπάρχουν ακόμη ανοιχτά ερωτήματα που δεν έχουν απαντηθεί επαρκώς. Ωστόσο, από τότε, η υπόθεση μοιάζει να έχει χαθεί από τα ραντάρ της δημοσιότητας. Δεν υπήρξαν ηχηρές εξελίξεις, ούτε σαφείς ενημερώσεις για την πορεία της διαδικασίας.
Αυτή η σιωπή τροφοδοτεί τα παρασκήνια. Νομικοί κύκλοι και παράγοντες της αγοράς αναρωτιούνται ποιοι δεν θα επιθυμούσαν μια πλήρη αναμόχλευση των γεγονότων της ολυμπιακής περιόδου. Οι Αγώνες του 2004 αποτέλεσαν εθνικό στοίχημα, αλλά και περίοδο έντονης διαπραγμάτευσης συμφερόντων. Η επιτυχία της διοργάνωσης συχνά προτάχθηκε έναντι της διαφάνειας, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονταν με τη λογική του κατεπείγοντος. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν αποκλείεται να ελήφθησαν μέτρα που, υπό άλλες συνθήκες, θα είχαν διαφορετική τύχη.
Η υπόθεση Μαντωνανάκη λειτουργεί έτσι ως καθρέφτης μιας ολόκληρης εποχής. Θέτει το ερώτημα κατά πόσο το κράτος μπορεί να αναλαμβάνει ρόλο ρυθμιστή και ταυτόχρονα παίκτη στην αγορά, χωρίς να δημιουργούνται σκιές αθέμιτου ανταγωνισμού. Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία της θεσμικής συνέπειας: όταν ένα ανώτατο δικαστήριο ζητεί νέα εξέταση, η διαδικασία οφείλει να προχωρά με διαφάνεια και ταχύτητα.
Είτε τελικά δικαιωθεί ο επιχειρηματίας είτε απορριφθούν οι αξιώσεις του, το ουσιαστικό ζητούμενο είναι η πλήρης διαλεύκανση. Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς αποτελεί κρίσιμο κεφάλαιο, η εκκρεμότητα τέτοιων υποθέσεων λειτουργεί διαβρωτικά. Ο «φάκελος» δεν μπορεί να παραμένει μισάνοιχτος επ’ αόριστον.

