
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Το να ψάχνεις σπίτι σήμερα στην Ελλάδα, είτε για ενοίκιο είτε για αγορά, μοιάζει συχνά με άσκηση επιβίωσης. Οι τιμές έχουν ξεφύγει, τα ενοίκια καταπίνουν το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος και η απόκτηση πρώτης κατοικίας φαντάζει για τους περισσότερους νέους ένα άπιαστο όνειρο. Στην αυθόρμητη αναζήτηση της ρίζας του κακού, είναι εύκολο να δείξουμε με το δάχτυλο έναν και μόνο προφανή «ένοχο», όπως τις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης ή το πρόγραμμα της Χρυσής Βίζας.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο βαθιά και σύνθετη, όπως αποδεικνύει πρόσφατη επιστημονική μελέτη . Η ιδια αναφέρει ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια δομική ανισορροπία, μια τεράστια ψαλίδα ανάμεσα στα σπίτια που είναι πραγματικά διαθέσιμα και σε εκείνα που ζητάει απεγνωσμένα η αγορά.
Για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο ασφυξίας, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης.
Η δεκαπενταετής αποεπένδυση άφησε βαθιές πληγές στο οικιστικό απόθεμα της χώρας, καθώς μεταξύ 2007 και 2017 οι επενδύσεις σε κατοικίες κυριολεκτικά εκμηδενίστηκαν, σημειώνοντας μια δραματική πτώση της τάξης του 95%, ενώ παράλληλα οι οικοδομικές άδειες μειώθηκαν κατά 84%.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι για πάνω από μία δεκαετία η Ελλάδα σταμάτησε να χτίζει. Παρά τη σταδιακή ανάκαμψη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, η τρέχουσα οικοδομική δραστηριότητα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά από τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
Ακόμα και τα χιλιάδες κλειστά ή αναξιοποίητα ακίνητα που είναι καταγεγραμμένα στη χώρα δεν μπορούν να δώσουν μια άμεση ανάσα. Μεγάλο μέρος από αυτά παραμένει εγκλωβισμένο και εκτός αγοράς λόγω παλαιότητας, υπέρογκου κόστους ανακαίνισης, περίπλοκων νομικών και πολεοδομικών εκκρεμοτήτων, ή ακόμα και λόγω γεωγραφικής αναντιστοιχίας, αφού συχνά δεν βρίσκονται εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη.
Την ίδια στιγμή που η προσφορά παραμένει καθηλωμένη και δύσκαμπτη, η ζήτηση τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τροφοδοτούμενη από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες ταυτόχρονα. Δεν είναι μόνο οι ξένες επενδύσεις που πιέζουν τις τιμές στα ύψη. Υπάρχει και μια αόρατη κοινωνική και δημογραφική αλλαγή που παραβλέπουμε και λεει ότι ο αριθμός των νοικοκυριών αυξάνεται σταθερά, παρόλο που ο συνολικός πληθυσμός της χώρας μειώνεται. Τα νοικοκυριά πλέον γίνονται μικρότερα σε μέγεθος και αποτελούνται από λιγότερα άτομα, πράγμα που σημαίνει ότι χρειαζόμαστε περισσότερα αυτόνομα σπίτια –και κυρίως μικρότερα, πιο προσιτά διαμερίσματα στα μεγάλα αστικά κέντρα– για να στεγαστεί ο ίδιος αριθμός ανθρώπων.
Αν σε αυτό το εκρηκτικό μείγμα προσθέσουμε τη σταδιακή επανενεργοποίηση της στεγαστικής πίστης και τη φυσική ανάγκη των νεότερων γενιών για ανεξαρτητοποίηση, η πίεση γίνεται πλέον αφόρητη.
Αυτό το στεγαστικό αδιέξοδο δεν είναι απλώς ένα στεγνό οικονομικό πρόβλημα των δεικτών, αλλά μια καθημερινή κοινωνική δοκιμασία που μας αφορά όλους, καθώς επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα, την ποιότητα ζωής και τη δυνατότητα αποταμίευσης. Όταν ένας νέος άνθρωπος αδυνατεί να φύγει από το πατρικό του ή όταν ένας εργαζόμενος διστάζει να μετακομίσει για μια καλύτερη επαγγελματική ευκαιρία επειδή δεν βρίσκει σπίτι, πλήττεται η ίδια η κοινωνική κινητικότητα και η προοπτική δημιουργίας οικογένειας στη χώρα μας.
Το πιο κρίσιμο μήνυμα της μελέτης πάντως, αφορά το μέλλον και τις πολιτικές που πρέπει να επιστρατευτούν. Οι ερευνητές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις εύκολες λύσεις, προειδοποιώντας ότι οι λάθος χειρισμοί μπορούν να επιδεινώσουν το πρόβλημα. Αν οι κρατικές παρεμβάσεις εστιάσουν αποκλειστικά στην ενίσχυση της ζήτησης, προσφέροντας για παράδειγμα επιδοτήσεις ή χαλαρώνοντας τα κριτήρια των στεγαστικών δανείων χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η αντίστοιχη αύξηση των διαθέσιμων ακινήτων, το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να τροφοδοτηθεί ένας νέος γύρος ανόδου των τιμών.
Η πραγματική ισορροπία θα έρθει μόνο μέσα από τη διευκόλυνση της παραγωγής νέων κατοικιών, και την παροχή ουσιαστικών κινήτρων για την ταχύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου κλειστού αποθέματος, ώστε να κλείσει επιτέλους αυτή η καταστροφική ψαλίδα.

