Η στεγαστική κρίση συνεχίζει να πιέζει χιλιάδες νοικοκυριά και επαγγελματίες σε όλη την Ελλάδα. Η αύξηση των ενοικίων, η έλλειψη νέων κατοικιών και οι δυσκολίες πρόσβασης στη στέγη, ιδιαίτερα στις περιφερειακές ενότητες, έχουν μετατρέψει το ζήτημα σε κορυφαία κοινωνική και πολιτική πρόκληση. Σε απάντηση, η κυβέρνηση προχώρησε σε μια νέα δέσμη μέτρων με στόχο να ενισχύσει την προσφορά κατοικιών και να στηρίξει συγκεκριμένες ομάδες που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πίεση. Η παρέμβαση παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο από τον υπουργο Οικονομικών κ. Κυριάκο Πιερρακακη, καθώς και την υπουργό Κοινωνικής συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου και περιλαμβάνει πολυδιάστατα μέτρα που συνδυάζουν οικονομική ενίσχυση, ρυθμίσεις αγοράς, κίνητρα ανακαίνισης και μακροχρόνιες μισθώσεις, καθώς και υποστήριξη για δημόσιους λειτουργούς που υπηρετούν εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.
Ο βασικός στόχος είναι διττός: αφενός να περιοριστεί ο αριθμός των περίπου 180.000 κενών κατοικιών, αφετέρου να εξασφαλιστεί στέγη για επαγγελματίες όπως γιατροί, νοσηλευτές και εκπαιδευτικοί που υπηρετούν στην περιφέρεια, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη πληθυσμιακή πίεση.
Ένα από τα βασικά μέτρα αφορά την επιστροφή ενοικίων σε γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς που υπηρετούν εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης, με συμπερίληψη των νησιωτικών περιφερειακών ενοτήτων. Οι δικαιούχοι θα λαμβάνουν επιστροφή δύο ενοικίων αντί ενός, ενώ για τη φετινή χρονιά το μέτρο εφαρμόζεται αναδρομικά από τον Νοέμβριο του 2025, με επιστροφή τριών ενοικίων. Ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Γιώργος Κωτσηρας ανακοίνωσε ότι η πρώτη καταβολή θα πραγματοποιηθεί έως το τέλος Μαρτίου, ενώ θα ακολουθήσουν άλλες δύο τον Νοέμβριο, στο πλαίσιο της τακτικής καταβολής. Υπολογίζεται ότι οι ωφελούμενοι θα φτάσουν τις 50.000 άτομα, παρέχοντας ουσιαστική οικονομική ανακούφιση σε δημόσιους λειτουργούς που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εύρεση στέγης στην περιφέρεια.
Για την αντιμετώπιση της πίεσης στις πόλεις, η κυβέρνηση εισάγει περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση. Συγκεκριμένα, μπαίνει κόφτης στις νέες άδειες στις περιοχές με τη μεγαλύτερη ζήτηση, όπως το 1ο, 2ο και 3ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων και στην πρώτη Δημοτική Κοινότητα του Δήμου Θεσσαλονίκης. Η σχετική ρύθμιση προβλέπει ότι σε περιοχές όπου ισχύει η απαγόρευση, αν ένα ακίνητο μεταβιβαστεί για οποιαδήποτε αιτία, διαγράφεται από το Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής και δεν μπορεί να επανεγγραφεί όσο διαρκεί ο περιορισμός. Με αυτόν τον τρόπο κλείνουν τα «παράθυρα» επαναφοράς μέσω αγοραπωλησιών, διασφαλίζοντας ότι τα ακίνητα παραμένουν διαθέσιμα για μακροχρόνια μίσθωση.
Ένα άλλο σημαντικό μέτρο είναι το πρόγραμμα «Κατασκευάζω – Νοικιάζω», που δίνει τη δυνατότητα σε κατασκευαστικές εταιρείες και εταιρείες διαχείρισης ακινήτων να κατασκευάζουν νέες κατοικίες ή να μετατρέπουν ακίνητα διαφορετικής χρήσης σε κατοικίες, με σκοπό τη διάθεσή τους προς μακροχρόνια μίσθωση. Η μίσθωση πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον δέκα ετών, ενώ το μίσθωμα καθορίζεται προκαθορισμένα. Το όφελος για τις επιχειρήσεις είναι ότι το εισόδημα από τα ενοίκια εκπίπτει από τον φόρο εισοδήματος, παρέχοντας οικονομικό κίνητρο για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα.
Η ναυαρχίδα της παρέμβασης, με προϋπολογισμό έως 500 εκατ. ευρώ, είναι το πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω». Το πρόγραμμα επιδοτεί την ανακαίνιση παλαιότερων κατοικιών, κατασκευασμένων έως το 1990, με ποσά έως 36.000 ευρώ, συν 5.000 ευρώ επιπλέον ανά παιδί. Περίπου 30.000 ακίνητα αναμένεται να ενταχθούν στην αγορά μέσω του προγράμματος, κυρίως ακίνητα που παραμένουν κλειστά. Η έμφαση δίνεται στην επισκευή και όχι τόσο στην ενεργειακή αναβάθμιση, σε αντίθεση με προηγούμενα προγράμματα, με στόχο την ταχύτερη διάθεση των κατοικιών στην αγορά.
Επιπλέον, η κυβέρνηση επεκτείνει το πρόγραμμα κινήτρων μετεγκατάστασης, χορηγώντας 10.000 ευρώ για μόνιμη εγκατάσταση σε συγκεκριμένους δήμους της περιφέρειας.
Το πρόγραμμα ξεκίνησε στην Περιφερειακή Ενότητα Έβρου, ενώ πλέον επεκτείνεται σε Δήμους και Δημοτικές Ενότητες των Περιφερειακών Ενοτήτων Δράμας, Φλώρινας, Κιλκίς, Σερρών, Πέλλας και Καστοριάς, συμπεριλαμβάνοντας και πρωτεύουσες νομών με μείωση πληθυσμού. Το πρόγραμμα ανοίγει επίσης σε τηλεργαζόμενους, συνταξιούχους, αποφοίτους πανεπιστημίων που παραμένουν στους δήμους για εργασία, καθώς και Έλληνες του εξωτερικού. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα προκαταβολής μέρους της πρώτης δόσης πριν από τη μετεγκατάσταση, διευκολύνοντας την ομαλή μετάβαση των δικαιούχων.
Η δέσμη μέτρων συνδυάζει οικονομική ενίσχυση, ρυθμίσεις αγοράς, ανακαίνιση και κίνητρα μετεγκατάστασης, δημιουργώντας ένα συνεκτικό πλέγμα παρέμβασης που μπορεί να περιορίσει σημαντικά το κενό στις διαθέσιμες κατοικίες και να δώσει λύση σε χιλιάδες δημόσιους λειτουργούς που αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στη στέγη. Οι ρυθμίσεις στη βραχυχρόνια μίσθωση και τα προγράμματα «Κατασκευάζω – Νοικιάζω» και «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» ενισχύουν την σταθερή μακροχρόνια μίσθωση, διασφαλίζοντας ότι οι επενδύσεις στην κατοικία δεν εξανεμίζονται σε βραχυπρόθεσμες αποδόσεις ή τουριστική εκμετάλλευση.
Από την πλευρά της η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι τα μέτρα είναι αποσπασματικά και δεν αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της στεγαστικής κρίσης, όπως η αυξημένη ζήτηση λόγω τουρισμού και η υψηλή τιμή κατασκευής νέων κατοικιών. Ωστόσο, κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι πρόκειται για πρώτο βήμα, με στόχο τη δημιουργία σταθερού και διαρθρωμένου πλαισίου για την αγορά κατοικίας. Το στεγαστικό ζήτημα αποτελεί πλέον κρίσιμο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, και η αποτελεσματική εφαρμογή του προγράμματος θα καθορίσει την καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών, σε ένα από τα πιο ευαίσθητα θέματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία.

