Στην πολιτική αρένα, η εικόνα μπορεί να κερδίσει μια μάχη, αλλά η πραγματικότητα κερδίζει πάντα τον πόλεμο.
Αν η κυβέρνηση τρέφει την αυταπάτη ότι θα επιβιώσει μακροπρόθεσμα επενδύοντας αποκλειστικά στην επικοινωνία και παραμερίζοντας την ουσιαστική πολιτική, τότε γελιέται οικτρά.
Η τακτική αυτή δεν συνιστά απλώς μια λανθασμένη στρατηγική επιλογή, αλλά αντιπροσωπεύει τη μεγάλη απάτη των ημερών μας, μια συνειδητή προσπάθεια μετατροπής της διακυβέρνησης σε ένα διαρκές, καλοκουρδισμένο σόου εντυπώσεων.
Η συστηματική αυτή διολίσθηση είναι εμφανής σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας.
Κάθε ουσιαστική αποτυχία αντιμετωπίζεται αντανακλαστικά με μια καταιγίδα ανακοινώσεων, προσεκτικά σχεδιασμένων γραφημάτων και επιτελικών αφηγημάτων που κατασκευάζονται στα επικοινωνιακά επιτελεία.
Κρίσιμα και φλέγοντα ζητήματα, όπως οι καταστροφικές πυρκαγιές, το ανεξέλεγκτο κύμα της ακρίβειας, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα, οι λεπτές ισορροπίες στην εξωτερική πολιτική αλλά και η σταδιακή κατάρρευση του συστήματος υγείας, υποβαθμίζονται τεχνητά. Αντί να αντιμετωπίζονται ως δομικά προβλήματα που απαιτούν τολμηρές μεταρρυθμίσεις και τομές, μετατρέπονται απλώς σε ζητήματα διαχείρισης εικόνας και περιορισμού της πολιτικής ζημιάς.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει δυσανάλογα περισσότερο στην εικόνα της παρά στην ουσία της διακυβέρνησης.
Η τακτική αυτή αποδεικνύει πως το ενδιαφέρον της δεν εστιάστηκε ποτέ στην παραγωγή ουσιαστικού έργου που θα άλλαζε προς το καλύτερο τη ζωή της πλειοψηφίας, αλλά στη διατήρηση των κυβερνητικών θώκων με κάθε κόστος.
Το αφήγημα του επιτελικού κράτους αποδείχθηκε ένα κενό περιεχομένου περιτύλιγμα, σχεδιασμένο για να προσφέρει επικοινωνιακή ασυλία και να μεταθέτει τις ευθύνες σε τυχαίους παράγοντες ή στην κακιά την ώρα.
Όμως, η σκληρή πραγματικότητα πάντα βρίσκει τον τρόπο να διασπά τις τεχνητές φούσκες της προπαγάνδας. Οι πολίτες δεν ζουν με ανακοινώσεις, ούτε τρέφονται με στατιστικές και ωραία λόγια. Ζουν καθημερινά με τις τραγικές συνέπειες μιας πολιτικής που έχει αποτύχει παταγωδώς να δώσει λύσεις στα πραγματικά, πιεστικά προβλήματα. Η φθορά που καταγράφεται πλέον δεν είναι μια παροδική, δημοσκοπική διακύμανση που διορθώνεται με μια νέα επικοινωνιακή καμπάνια. Είναι μια βαθιά, ριζωμένη κοινωνική φθορά που βιώνεται στο σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος, στις αναμονές των νοσοκομείων και στην ανασφάλεια για το αύριο.
Όσο η κυβέρνηση επιμένει να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα σαν ένα απλό επικοινωνιακό πρόβλημα, τόσο πιο επικίνδυνα θα διευρύνεται το χάσμα που τη χωρίζει από την κοινωνία.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια συσσωρεύεται αθόρυβα αλλά σταθερά, και καμία διαφήμιση δεν μπορεί να καλύψει την απουσία πραγματικής πολιτικής.
Αυτή η επικίνδυνη κυβερνητική κατάσταση, ωστόσο, δημιουργεί αυτόματα επιπλέον υποχρεώσεις και στην αντιπολίτευση, η οποία οφείλει επιτέλους να σοβαρευτεί και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Η στείρα καταγγελία και η ευκολία της συνθηματολογίας δεν αρκούν πλέον για να πείσουν μια απογοητευμένη κοινωνία.
Η αντιπολίτευση έχει την άμεση υποχρέωση να ξεπεράσει τις εσωτερικές της αγκυλώσεις και να παρουσιάσει μια συγκροτημένη, σοβαρή και απόλυτα αξιόλογη κυβερνητική πρόταση. Οφείλει να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις που θα απαντούν πειστικά στα αδιέξοδα των πολιτών, προσφέροντας μια πραγματική εναλλακτική οδό διακυβέρνησης.
Γιατί όταν η εξουσία επιλέγει την απάτη της επικοινωνίας, η μόνη απάντηση που μπορεί να λυτρώσει την κοινωνία είναι η επιστροφή στην ουσία της σοβαρής πολιτικής.

