
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η ανακοίνωση των τουρκικών θαλασσίων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι μια αθώα οικολογική πρωτοβουλία, αλλά μια προσεκτικά σχεδιασμένη κίνηση στην πυγμαχική σκακιέρα της περιοχής.
Πίσω από τον περιβαλλοντικό μανδύα κρύβεται η γνώριμη στρατηγική της Άγκυρας για τη δημιουργία τετελεσμένων, που αυτή τη φορά βρίσκει το πιο πρόσφορο έδαφος στη διεθνή διπλωματία.
Η νέα αυτή κίνηση, σε συνδυασμό με το πολιτικό τοπίο στην Ουάσινγκτον, τοποθετεί την ελληνική διπλωματία μπροστά σε μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση, όπου τα περιθώρια ελιγμών στενεύουν επικίνδυνα.
Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί άμεση συνέχεια των τουρκικών χαρτών που κατατέθηκαν στην UNESCO και εγγράφεται πλήρως στο αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Στην πράξη, η ανακήρυξη αυτών των θαλασσίων ζωνών αμφισβητεί ανοιχτά την επήρεια κρίσιμων ελληνικών νησιών, όπως η Σαμοθράκη, η Λήμνος και το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου.
Όταν η Τουρκία σχεδιάζει ζώνες προστασίας που εκτείνονται πέραν των δικών της χωρικών υδάτων και επικαλύπτουν τμήματα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και της δυνητικής ελληνικής ΑΟΖ, δεν προστατεύει το θαλάσσιο οικοσύστημα. Αντίθετα, επιχειρεί να γκριζάρει εκ νέου κυριαρχικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, αγνοώντας επιδεικτικά το διεθνές πλαίσιο.
Αυτό που κάνει την κατάσταση ακόμα πιο ανησυχητική είναι η χρονική στιγμή και το διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται αυτή η στρατηγική.
Η ιδιαίτερη χημεία και η στενή προσωπική σχέση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ντόναλντ Τραμπ δημιουργεί ένα απρόβλεπτο υπόβαθρο για την Αθήνα.
Η Ουάσινγκτον, υπό μια διοίκηση που συχνά προτάσσει τις συναλλακτικές σχέσεις και την προσωπική διπλωματία έναντι των πολυμερών συμμαχιών και των παραδοσιακών θεσμών, ενδέχεται να επιδείξει μια στάση ουδετερότητας ή ανοχής απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις.
Η προοπτική μιας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που αντιμετωπίζει την Τουρκία ως απαραίτητο περιφερειακό παίκτη χωρίς να θέτει κόκκινες γραμμές για την τήρηση της νομιμότητας στο Αιγαίο, βάζει την Ελλάδα σε αναμφισβήτητα μειονεκτική θέση.
Την ίδια στιγμή, η τακτική των «ήρεμων νερών» και οι προσπάθειες επαναπροσέγγισης των τελευταίων ετών φαίνεται να τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια της ελληνικής πλευράς.
Η Άγκυρα αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η ύφεση στις δηλώσεις δεν συνεπάγεται υποχώρηση από τις αναθεωρητικές της βλέψεις, αλλά απλώς αλλαγή μέσου. Η οικολογία μετατρέπεται σε διπλωματικό εργαλείο επιβολής, αφήνοντας την Αθήνα να αναζητά απαντήσεις απέναντι σε μια ήπια αλλά επικίνδυνη μορφή αμφισβήτησης.
Το καίριο ερώτημα μεταφέρεται τώρα στις Βρυξέλλες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποδείξει αν η περιβαλλοντική της πολιτική και η προστασία των θαλασσών μπορούν να διαχωριστούν από την προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών της.
Το διεθνές δίκαιο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ευρωπαϊκού κεκτημένου, και η αφασία ή οι ίσες αποστάσεις από την πλευρά των ευρωπαϊκών οργάνων θα στείλουν το λανθασμένο μήνυμα.
Η αποτελεσματική υπεράσπιση της ελληνικής κυριαρχίας απαιτεί άμεση εγρήγορση, διεθνοποίηση της τουρκικής αυθαιρεσίας στα ευρωπαϊκά φόρα και μια ξεκάθαρη διαμήνυση ότι οι μονομερείς ενέργειες που υποσκάπτουν τη σταθερότητα στη Μεσόγειο δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως τετελεσμένα.

