Η Ιστορία θα γράψει ότι ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε μια από τις επιδραστικότερες και πιο πολυσυζητημένες πολιτικές προσωπικότητες της Μεταπολίτευσης, αφήνοντας ένα βαθύ και μετρήσιμο αποτύπωμα στον δημόσιο βίο.
Σε χρόνια δύσκολα, ρευστά και γεμάτα εντάσεις, ο Μεσσήνιος πολιτικός πρωταγωνίστησε σε επιλογές που καθόρισαν την πορεία του τόπου. Από το 1984, όταν ως «πολιτικό παιδί» του Ευάγγελου Αβέρωφ στήριξε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, μέχρι την ιστορική του αποχώρηση το 1993 για το Μακεδονικό και την ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης, ο Σαμαράς έδειξε ότι δεν φοβάται τις ρήξεις.
Η επιστροφή του, η συμπόρευση με τον Κώστα Καραμανλή το 2004, η μετέπειτα σκληρή αντιμνημονιακή του στάση το 2010 και, τελικά, ο μεγάλος συμβιβασμός του 2012 με τη συγκρότηση της κυβέρνησης συνεργασίας με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, συνθέτουν μια διαδρομή γεμάτη ανατροπές.
Υπάρχει όμως μια συγκεκριμένη πολιτική πράξη που σήμερα μοιάζει να εξελίσσεται στο δικό του, προσωπικό «mea culpa».
Πρόκειται για την καθοριστική συμβολή του στην ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας τον Ιανουάριο του 2016. Τότε, ο Αντώνης Σαμαράς έβαλε όλο του το πολιτικό βάρος για να στηρίξει τον Μητσοτάκη απέναντι στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ο οποίος εξέφραζε την καραμανλική πτέρυγα. Κατευθύνοντας μάλιστα τους Απόστολο Τζιτζικώστα και Άδωνη Γεωργιάδη να συμπαραταχθούν στον δεύτερο γύρο με τον μετέπειτα πρωθυπουργό, έκρινε ουσιαστικά το αποτέλεσμα. Η σχέση τους βέβαια είχε χτιστεί νωρίτερα, την περίοδο 2012-2015, όταν ο Σαμαράς είχε επιλέξει να «υιοθετήσει» πολιτικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αξιοποιώντας τον ως αντίβαρο για να περιορίσει την επιρροή της Ντόρας Μπακογιάννη, την οποία είχε κερδίσει στις εσωκομματικές εκλογές του 2009. Η επιβράβευση ήρθε με την υπουργοποίησή του στο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, στρώνοντας έτσι το χαλί για την μετέπειτα κυριαρχία του.
Σήμερα, η πραγματικότητα μοιάζει να έχει διαψεύσει οικτρά τις τότε προσδοκίες του Μεσσήνιου πολιτικού. Η πολυετής διακυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ανοίξει, κατά πολλούς, βαθιές πληγές στην κοινωνία και έχει αποξενώσει την παραδοσιακή, δεξιά βάση της παράταξης. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν φαινόταν να περιμένει ότι ο άλλοτε προστατευόμενός του θα παρέδιδε τα κλειδιά του Μαξίμου και τον ιδεολογικό πυρήνα του κόμματος σε στελέχη που προέρχονται από την εκσυγχρονιστική εποχή του Σημίτη, ούτε βέβαια ότι η θητεία αυτή θα σημαδευόταν από έντονες σκιές και ανοιχτά μέτωπα, όπως αυτά που απασχολούν πλέον και την Ευρωπαία Εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ανάγκη για τη διόρθωση εκείνου του ιστορικού λάθους γίνεται για τον πρώην πρωθυπουργό επιτακτική. Το πολιτικό σκηνικό δείχνει να κυλά προς τη δημιουργία ενός νέου πόλου ή μιας διακριτής κίνησης υπό την επιρροή του, που θα στεγάσει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους της παράταξης. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι την επαύριο των επόμενων εκλογών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα βρίσκεται πλέον στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ακόμη και σε ένα σενάριο κυβέρνησης συνεργασίας με κορμό τη Νέα Δημοκρατία, η αναζήτηση ενός τρίτου, κοινής αποδοχής προσώπου για την πρωθυπουργία φαντάζει ως η μοναδική διέξοδος για να ξεπεραστούν οι γκρίζες ζώνες της σημερινής διακυβέρνησης και να αποφευχθεί η πολιτική αστάθεια.

