Οι αντίπαλοι του Ντόναλντ Τραμπ προειδοποιούν ότι η πρόσφατη ομιλία του στον λαό αποτελεί προσπάθεια να προλειάνει το έδαφος για αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων στις επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές τον Νοέμβριο του 2026 οι οποίες ενδέχεται να επιφέρουν μεγάλες απώλειες για τους Ρεπουμπλικάνους.
Στην τηλεοπτική του ομιλία που μεταδόθηκε σε ώρα υψηλής τηλεθέασης και διήρκησε 25 λεπτά της ώρας, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε την Κίνα για παρέμβαση στις εκλογές του 2020 και επιβεβαίωσε την εμμονή του σχετικά την ήττα του από τον Τζο Μπάιντεν. Σύμφωνα με τους αντιπάλους του η ομιλία αποτελεί προπέτασμα καπνού για να παρέμβει στις επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξέφρασε εξαιρετικά σοβαρές αμφιβολίες για την ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας στις ΗΠΑ, λέγοντας ότι υστερούσε «καταστροφικά» σε σχέση με τα πρότυπα δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης, ενώ ήταν ευάλωτη σε παρεμβάσεις ξένων δυνάμεω
«Καμία χώρα δεν μπορεί να είναι μεγάλη χωρίς δίκαιες και ειλικρινείς εκλογές», δήλωσε ο Τραμπ στο Λευκό Οίκο σε μια ομιλία που ξεκίνησε με μια γνωστή επανάληψη των αγαπημένων του προεκλογικών καυχημάτων, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών για μια οικονομία που ανθεί άνευ προηγουμένου.
Η ομιλία του Τραμπ ξεκάθαρα στην αποσταθεροποίηση του εκλογικού συστήματος των ΗΠΑ
«Αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλείο. Δυστυχώς, το σύστημα που έχουμε υπολείπεται καταστροφικά αυτού του προτύπου».
Οι Δημοκρατικοί προειδοποίησαν ότι ο Τραμπ προσπαθούσε να σπείρει σύγχυση, να διαδώσει παραπληροφόρηση και να προετοιμάσει το έδαφος για να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών, οι οποίες, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ενδέχεται να επιφέρουν σημαντικές απώλειες για τον πρόεδρο
Οπως εκτιμά σε ανάλυσή του ο Guardian, ο Αμερικανός πρόεδρος στοχεύει ξεκάθαρα στο να προλειάνει το έδαφος για περαιτέρω αποσταθεροποίηση του εκλογικού συστήματος πριν από τις ενδιάμεσες κάλπες.
Ο Τραμπ μεταξύ άλλων επιχείρησε να διαμορφώσει την εντύπωση ότι η κυβέρνησή του είχε νέα, συγκλονιστικά ευρήματα για τις ευπάθειες του αμερικανικού εκλογικού συστήματος.
Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε η Κίνα είχε αποκτήσει στις εκλογές του 2020 παράνομα στοιχεία τουλάχιστον 220 εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το Πεκίνο παρενέβη πολλαπλώς για να υπονομεύσει την προεκλογική του εκστρατεία και ότι οι πληροφορίες αυτές είχαν αποκρυφθεί από αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών.
Επιπλέον, επανέφερε έναν ισχυρισμό, προ πολλού διαψευσμένο, σύμφωνα με τον οποίο εντοπίστηκε απάτη στην -παραδοσιακά δημοκρατική- πόλη Μασκέγκον του Μίσιγκαν και η οποία αφορούσε μια εκστρατεία μεγάλης κλίμακας για εγγραφή ψηφοφόρων. Ωστόσο, οι ίδιοι οι διορισμένοι από τον Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του, συμπεριλαμβανομένου του πρώην Γενικού Εισαγγελέα Γουίλιαμ Μπαρ, έχουν δηλώσει ότι οι ισχυρισμοί του σχετικά με την «νοθεία» στις εκλογές του 2020 ήταν ψευδείς. Και τα δικαστήρια που εκδίκασαν τις σχετικές προσφυγές, έκριναν ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς.
Επίσης επικαλούμενος έγγραφα της CIA, ώστε να ενισχύσει τη θεωρία της ευπάθειας του αμερικανικού εκλογικού συστήματος σε παραβιάσεις, έκανε λόγο για φερόμενη νοθεία των εκλογών από τον πρώην πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο. Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση Μαδούρο ήταν σε θέση να αλλοιώσει ψηφιακά τα συνολικά αποτελέσματα – κάτι για το οποίο δεν υπάρχει καμία ένδειξη πως συνέβη.
Ο Τραμπ έχει ισχυριστεί ότι οι εκλογές του 2020 ήταν «στημένες» πάνω από 100 φορές κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 και έχει χρησιμοποιήσει αυτούς τους ισχυρισμούς για να πιέσει το Κογκρέσο να ψηφίσει έναν περιοριστικό νόμο, τον λεγόμενο «SAVE America Act» – ο οποίος προβλέπει αυστηρή ταυτοποίηση ψηφοφόρων και περαιτέρω ομοσπονδιακή παρέμβαση στην εκλογική διαδικασία.
Η επαναφορά από τον Τραμπ των θεωριών αυτών σχετικά με τις εκλογές πριν από έξι χρόνια και η αδυναμία του να αποδεχτεί την ήττα του, οδήγησαν σε μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές της αμερικανικής ιστορίας, όταν ένας όχλος υποστηρικτών του εισέβαλε στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ στις 6 Ιανουαρίου 2021, κατά τις τελευταίες ημέρες της πρώτης θητείας του.
Στο απυρόβλητο Πούτιν – Σι
Όπως υποστήριξε κατά την ομιλία του η κυβέρνηση του έχει αποκτήσει μια σειρά πρόσφατα αποχαρακτηρισμένων εγγράφων, τα οποία, όπως ισχυρίστηκε, είχαν αποκρυφθεί τόσο προς τον ίδιο όσο και πρός τον αμερικανικό λαό και τα οποία καταδείκνυαν το πόσο δραματικά υστερεί το αμερικανικό εκλογικό σύστημα σε σχέση με τα απαιτούμενα πρότυπα.
Επανέλαβε ισχυρισμούς περί παρέμβασης και άσκησης επιρροής χωρίς ωστόσο να παράσχει να παρέχει το απαραίτητο πλαίσιο, ενώ δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ότι οι ψήφοι είχαν παραποιηθεί ή ότι το αποτέλεσμα των εκλογών είχε αλλοιωθεί. Βεβαίως ο ίδιος δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση τις δικές του εκλογικές νίκες, το 2016 ή το 2024.
Επίσης, επικεντρώθηκε στην Κίνα, αλλά παρέβλεψε τη Ρωσία, μια χώρα που, σύμφωνα με αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών, υποστήριξε τον Τραμπ το 2016 και το 2020 και διεξήγαγε εκτεταμένες εκστρατείες επιρροής με στόχο να τον προωθήσει έναντι του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν κατά τη διάρκεια της τελευταίας προεκλογικής εκστρατείας. Τυατόχρονα , παρά το γεγονός ότι επικεντρώθηκε στην Κίνα στην ομιλία του, ο Τραμπ δεν επέκρινε ούτε απηύθυνε προειδοποίηση στον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, τον οποίο επαινεί εδώ και καιρό με κάθε ευκαιρία.
Όπως σημειώνει στο κύριο άρθρο του το CNN, η ομιλία του Τραμπ ήταν σημαντική υπό την έννοια τού ότι συνιστούσε δήλωση προθέσεων.
«Δεδομένου του ιστορικού ισχυρισμών του πως οι εκλογές που δεν εξελίσσονται υπέρ του είναι στημένες, η απόφασή του να εκφωνήσει αυτή την ομιλία λιγότερο από τέσσερις μήνες πριν από εκλογές που φαίνονται πραγματικά δύσκολες για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, θα έπρεπε να προκαλεί μεγάλη ανησυχία στην αμερικανική πολιτική ζωή», σημειώνεται στο δημοσίευμα.
24 Δημοκρατικοί κυβερνήτες εξέδωσαν δήλωση μετά την ομιλία, ισχυριζόμενοι ότι ο Τραμπ είχε την πρόθεση να «εκφοβίσει και να φιμώσει τους ψηφοφόρους».
«Είναι εξαιρετικά ανησυχητικό το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Τραμπ συνεχίζει να προσπαθεί να υπονομεύσει τις ελεύθερες και δίκαιες εκλογές», δήλωσαν οι Δημοκρατικοί κυβερνήτες. «Κανένα ψέμα και καμία θεωρία συνωμοσίας δεν μπορεί να αλλάξει το γεγονός ότι οι εκλογές της χώρας μας έχουν αποδειχθεί επανειλημμένα ασφαλείς και αξιόπιστες».
Αλλά και οι αμερικανικοί τηλεοπτικοί σταθμοί βρέθηκαν ενώπιον μιας δύσκολης επιλογής το βράδυ της Πέμπτης: αν θα παραχωρούσαν στον Τραμπ χρόνο σε ώρα υψηλής τηλεθέασης για μια ομιλία, της οποίας το περιεχόμενο ήταν αμφίβολο και για ένα θέμα, για το οποίο ο Τραμπ εξακολουθεί να επαναλαμβάνει ανακρίβειες και ψεύδη.
Ορισμένα Μέσα, μεταξύ των οποίων και τa CNN, NBC και ABC επέλεξαν να μην μεταδώσουν την ομιλία. Σημειώνεται, ωστόσο, πως και ομιλίες Δημοκρατικών προέδρων, όπως οι Μπαράκ Ομπάμα και Τζο Μπάιντεν, δεν είχαν μεταδοθεί απευθείας από ορισμένους σταθμούς.
Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Στίβεν Τσέουνγκ χαρακτήρισε τα τηλεοπτικά δίκτυα που δεν μετέδωσαν την ομιλία «δειλά» που «δεν θέλουν να ακούσουν οι πολίτες την αλήθεια».
«Αυτοί (NBC και ABC) και άλλα ΜΜΕ αποτελούν μέρος μιας συνωμοσίας», δήλωσε αργότερα ο Τραμπ. «Θέλουν να συνεχίσουν αυτή την απάτη πάση θυσία. Θέλουν να την κρατήσουν ζωντανή. Θέλουν να προστατεύσουν τη ριζοσπαστική Αριστερά», τόνισε ο ίδιος σε επιθετικό τόνο, υποστηρίζοντας πως θα έπρεπε να τους ανακληθεί η άδεια.
«Κούφια» κατήχηση
Σύμφωνα με το CNN, πάντως, αν και μένει να φανεί αν και πόση επίδραση θα έχει η ομιλία Τραμπ, ο Αμερικανός πρόεδρος πιθανότατα απευθυνόταν σε όσους ήδη συμφωνούν μαζί του.
Δημοσκόπηση της Reuters-Ipsos τον Απρίλιο έδειξε ότι το 64% των Αμερικανών διαφωνούσε με την άποψη πως οι εκλογές του 2020 ήταν «στημένες» σε βάρος του Τραμπ.
Όσον αφορά το ευρύτερο ζήτημα της φερόμενης εκλογικής απάτης, η ίδια δημοσκόπηση έδειξε πως οι Αμερικανοί παραμένουν διχασμένοι ως προς το αν υπήρχε «μεγάλος αριθμός ψευδών ψηφοδελτίων που κατατέθηκαν από μη πολίτες» – κάτι με το οποίο συμφώνησε το 46%.
Την αμφιταλάντευση αυτή, σημειώνει το CNN, επιδιώκει να αξιοποιήσει ο Τραμπ και το ρεπουμπλικανικό κόμμα για να προωθήσουν το «SAVE America».
Πηγή: theguardian.com, cnn.com

