
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η πρόσφατη φράση του Ζελένσκι «Δεν παραδίδουμε εδάφη για εκεχειρία» δεν είναι απλώς μια ακόμη πολεμική δήλωση , αλλα είναι η συμπύκνωση μιας στρατηγικής που επιχειρεί να καθορίσει όχι μόνο την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και το πλαίσιο ασφαλείας ολόκληρης της ηπείρου. Όταν προσθέτει ότι «ο Πούτιν ξεκίνησε τον 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο», ανεβάζει τον πήχη της σύγκρουσης από ένα περιφερειακό μέτωπο σε μια ιστορική αναμέτρηση με παγκόσμιες προεκτάσεις.
Η ουκρανική ηγεσία επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε εκεχειρία με εδαφικές παραχωρήσεις θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση της επιθετικότητας της Ρωσία. Σε αυτή τη λογική, η παραχώρηση εδαφών δεν θεωρείται ρεαλιστικός συμβιβασμός αλλά στρατηγική ήττα που θα άνοιγε τον δρόμο για νέες αποσταθεροποιήσεις στο μέλλον. Το μήνυμα απευθύνεται τόσο στο εσωτερικό ακροατήριο, ενισχύοντας το ηθικό και την αντοχή της κοινωνίας, όσο και στους δυτικούς συμμάχους, οι οποίοι καλούνται να συνεχίσουν τη στρατιωτική και οικονομική στήριξη.
Ωστόσο, η ρητορική περί «3ου Παγκοσμίου Πολέμου» έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, λειτουργεί ως καμπανάκι κινδύνου προς τη διεθνή κοινότητα, υπενθυμίζοντας ότι η σύγκρουση δεν αφορά μόνο σύνορα αλλά τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Από την άλλη, εντείνει το αίσθημα ανασφάλειας στην Ευρώπη, όπου οι κοινωνίες ήδη βιώνουν τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης, του πληθωρισμού και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η European Union βρέθηκε τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή δοκιμασία συνοχής. Οι κυρώσεις κατά της Μόσχας, η απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και η ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας είχαν σημαντικό οικονομικό κόστος. Βιομηχανίες επηρεάστηκαν, τα νοικοκυριά επιβαρύνθηκαν και τα κράτη-μέλη αναγκάστηκαν να δαπανήσουν δισεκατομμύρια για επιδοτήσεις και στήριξη επιχειρήσεων. Παράλληλα, η πολιτική πόλωση σε αρκετές χώρες ενισχύθηκε, με λαϊκιστικές φωνές να εκμεταλλεύονται την κοινωνική κόπωση.
Την ίδια στιγμή, το ΝΑΤΟ ενίσχυσε τη στρατιωτική του παρουσία στα ανατολικά σύνορα, στέλνοντας μήνυμα αποτροπής. Αυτό όμως συνοδεύεται από αύξηση αμυντικών δαπανών και αναπροσαρμογή στρατηγικών δογμάτων. Η Ευρώπη καλείται να επανεξοπλιστεί σε μια περίοδο που οι κοινωνίες της ζητούν επενδύσεις σε κοινωνική πολιτική, πράσινη μετάβαση και ανάπτυξη.
Το ερώτημα, λοιπόν, «πού το πάει ο Ζελένσκι;» δεν αφορά μόνο την επιμονή του να μη δεχθεί εδαφικές απώλειες. Αφορά το αν επιδιώκει μια καθαρή στρατιωτική νίκη, μια μακροχρόνια φθορά της ρωσικής ισχύος ή τη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου ασφαλείας που θα εντάσσει οριστικά τη χώρα του στη δυτική αρχιτεκτονική. Κάθε μία από αυτές τις επιλογές προϋποθέτει συνεχή και βαθιά εμπλοκή της Ευρώπης.
Για την ευρωπαϊκή ήπειρο, το δίλημμα είναι σκληρό: είτε θα συνεχίσει να επωμίζεται το κόστος, επενδύοντας στη στρατηγική αντοχή και στην πολιτική ενότητα, είτε θα πιέσει για έναν συμβιβασμό που ενδέχεται να παγώσει τη σύγκρουση αλλά να αφήσει ανοιχτές πληγές.
Τελικά, η στάση του Κιέβου καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την πορεία της Ευρώπης. Αν ο πόλεμος εκληφθεί ως υπαρξιακή μάχη για το μέλλον της ηπείρου, τότε οι θυσίες θα θεωρηθούν αναγκαίες. Αν όμως η κοινωνική πίεση αυξηθεί και η κόπωση ενταθεί, οι πολιτικές ισορροπίες μπορεί να αλλάξουν. Σε κάθε περίπτωση, για την ωρα , οι Ευρωπαϊκές κοινωνίες θα συνεχίσουν να πληρώνουν το μάρμαρο ….

