
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η Ευρώπη βρίσκεται για άλλη μια φορά μπροστά σε ένα βαθύ ηθικό και πολιτικό σταυροδρόμι, με τη διαχείριση του μεταναστευτικού να δοκιμάζει τις αντοχές των θεμελιωδών αξιών της.
Μετα την τεράστια κρίση στην Θεουτα της Ισπανίας θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η πρόσφατη υπερψήφιση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του νέου κανονισμού για τις επιστροφές μεταναστών που δεν έχουν λάβει άσυλο, άνοιξε έναν νέο, εξαιρετικά αμφιλεγόμενο κύκλο συζητήσεων.
Στο επίκεντρο αυτής της μεταρρύθμισης βρίσκεται η δυνατότητα των κρατών-μελών να συνάπτουν συμφωνίες με τρίτες χώρες, προκειμένου να δημιουργηθούν «κέντρα επιστροφής» εκτός των συνόρων της Ένωσης. Αυτή η επιλογή, που μοιάζει με μια προσπάθεια της Ευρώπης να «εξάγει» την κρίση και να μεταθέσει το βάρος της διαχείρισης μακριά από το δικό της έδαφος, προκάλεσε την άμεση και ασυνήθιστα έντονη αντίδραση των Ηνωμένων Εθνών.
Το καμπανάκι που έκρουσε ο ΟΗΕ δεν ήταν απλώς μια διπλωματική παρατήρηση, αλλά μια ευθεία προειδοποίηση για τους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν η πολιτική πίεση υπερισχύει του ανθρωπισμού.
Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Φόλκερ Τουρκ, εξέφρασε τη βαθιά του λύπη για τις νέες ρυθμίσεις, ξεκαθαρίζοντας ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να αποποιούνται ή να μεταβιβάζουν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις σε τρίτες χώρες.
Όταν μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα, η ευθύνη δεν είναι κάτι που μπορεί να ανατεθεί σε τρίτους εκτός ευρωπαϊκού εδάφους, απλώς και μόνο για να καθησυχαστεί η εγχώρια κοινή γνώμη. Η κράτηση και η απομάκρυνση ανθρώπων, και μάλιστα ευάλωτων ομάδων όπως είναι τα παιδιά, αποτελεί μια ακραία άσκηση κρατικής εξουσίας. Όπως εύστοχα επισήμανε ο Τουρκ, μια τέτοια πρακτική ενέχει τεράστιο κίνδυνο παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς οι έλεγχοι και οι εγγυήσεις σε τρίτες χώρες είναι συχνά από θολές έως ανύπαρκτες.
Για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πρέπει να κοιτάξουμε τους αριθμούς που πυροδοτούν το πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη.
Σήμερα, μόλις το 20% των αποφάσεων απέλασης αλλοδαπών χωρίς νόμιμα έγγραφα καταλήγει σε πραγματική επιστροφή. Αυτό το στατιστικό στοιχείο έχει γίνει το μόνιμο επιχείρημα όσων πιέζουν για μια πολύ πιο αυστηρή, σχεδόν τυφλή μεταναστευτική πολιτική. Υπό αυτή την έντονη πολιτική πίεση, η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε εδώ και έναν χρόνο να σχεδιάζει αυτό το νομοθετικό πλαίσιο με μοναδικό στόχο την αύξηση του αριθμού των απελάσεων.
Η ουσία του προβλήματος συμπυκνώνεται στη διεθνή νομοθεσία για τους πρόσφυγες, η οποία δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Η αρχή της μη επαναπροώθησης είναι θεμελιώδης και λεει κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να επιστρέφεται σε ένα μέρος όπου η ζωή, η ελευθερία ή η σωματική του ακεραιότητα διατρέχουν κίνδυνο.
Αυτή η αρχή δεν είναι μια προαιρετική γραμμή σε ένα συμβόλαιο, αλλά μια καθολική υποχρέωση που πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση.
Σε μια Ευρώπη που γερνάει δημογραφικά και αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό, η δαιμονοποίηση των μεταναστών και η δημιουργία «γκρίζων ζωνών» εκτός συνόρων δεν είναι απλώς μια ηθικά επιζήμια επιλογή, αλλά και μια οικονομικά μυωπική πολιτική. Το ζητούμενο, λοιπόν, παραμένει αν η Ευρώπη θα επιλέξει να διαφυλάξει την ταυτότητά της ως φάρος δικαιωμάτων ή αν θα οχυρωθεί πίσω από τείχη, αναθέτοντας τις ευθύνες της σε άλλους.

