Η εικόνα της οικονομικής ευημερίας στην Ελλάδα αποδεικνύεται στην πράξη απατηλή. Παρά την ιστορική αντίληψη ότι η ιδιοκατοίκηση εξασφαλίζει οικονομική σταθερότητα, η χώρα μας περιορίζεται στη μόλις 15η θέση μεταξύ των 19 χωρών της Ευρωζώνης όσον αφορά τον καθαρό πλούτο.
Η διάμεσος τιμή του καθαρού πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών, που διαμορφώνεται περίπου στα 118.000 ευρώ, συντηρείται τεχνητά σε αυτά τα επίπεδα. Η φαινομενική αυτή ευρωστία δεν οφείλεται σε μια ουσιαστική συσσώρευση νέου κεφαλαίου, αποταμιεύσεων ή παραγωγικών επενδύσεων, αλλά αποκλειστικά στις υπερδιογκωμένες αντικειμενικές και εμπορικές αξίες της ακίνητης περιουσίας.
Η υπερβολική αυτή εξάρτηση του πλούτου από τους «τέσσερις τοίχους» δημιουργεί μια επικίνδυνη δομική στρέβλωση. Το ακίνητο, αν και εγγράφεται ως περιουσιακό στοιχείο στον ισολογισμό ενός νοικοκυριού, παραμένει ένα μη ρευστοποιήσιμο αγαθό που δεν παράγει διαθέσιμο εισόδημα. Αντιθέτως, η ελληνική μεσαία τάξη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε έναν εικονικό «πλούτο στα χαρτιά», την ώρα που το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά της συμπιέζεται δραματικά από τον πληθωρισμό, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και τη στασιμότητα των πραγματικών μισθών.
Την ίδια στιγμή, η οξεία στεγαστική κρίση και η ανεξέλεγκτη εκτόξευση των ενοικίων μετατρέπουν τη στεγαστική συνθήκη σε κεντρικό μοχλό φτωχοποίησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική κοινωνία βιώνει τη σταδιακή αφαίμαξη του βιοτικού της επιπέδου. Η οικιστική περιουσία δεν προστατεύει πλέον την οικογένεια από την οικονομική αβεβαιότητα, αλλά απλώς συγκαλύπτει τη σταθερή διολίσθηση στο περιθώριο της ευρωπαϊκής ευημερίας.

