Βελτίωση στα μαθηματικά και μια γενική συγκράτηση της πτώσης στις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών καταγράφει η PISA 2025, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του διαγωνισμού που ανακοινώθηκαν την Τρίτη. Το βασικό πρόβλημα από τα αποτελέσματα για τα παιδιά της χώρας μας είναι οι μισοί μαθητές στα μαθηματικά και περίπου 4 στους 10 στην κατανόηση κειμένου και τις φυσικές επιστήμες τελειώνουν το σχολείο χωρίς να έχουν κατακτήσει βασικές γνώσεις.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας, 40,9% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην κατανόηση κειμένου και 49,5% στα μαθηματικά ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο που απαιτείται για να ανταποκρίνονται σε στοιχειώδεις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής. Οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών/τριών στις Φυσικές Επιστήμες, τα Μαθηματικά και την Κατανόηση Κειμένου διεθνώς ήταν οι χαμηλότερες από την έναρξη της έρευνας PISA (2000), με σημαντική πτώση, ιδιαίτερα στην Κατανόηση Κειμένου, ακόμη και σε παραδοσιακά ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα (π.χ. Φινλανδία, Εσθονία και Ιρλανδία στην Ευρώπη, Κορέα, Σιγκαπούρη και Χονγκ-Κονγκ στην Ασία).
Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση στα Μαθηματικά, και παραπλήσια πτώση στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες σε σχέση με την αντίστοιχη πτώση στο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια η χώρα ανακόπτει μια διαρκή πορεία απόκλισής της από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε. των 27. Στα Μαθηματικά μάλιστα φαίνεται να υπάρχει μια σαφής τάσης σύγκλισης.
Σημειώνεται ότι οι αποκλίσεις με θετικό πρόσημο σημαίνουν αύξησης της απόστασης της επίδοσης των μαθητών/τριων στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ οι αποκλίσεις με αρνητικό πρόσημο σημαίνουν μείωση της σχετικής απόστασης. Έτσι, οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα σημείωσαν πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά (έναντι πτώσης 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ) και 12 μονάδων στην ΕΕ27, 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες (έναντι πτώσης 5 μονάδων στον ΟΟΣΑ και 5 μονάδων στην ΕΕ27) και 16 μονάδων (έναντι πτώσης 16 μονάδων στον ΟΟΣΑ και 18 μονάδων στην ΕΕ27). Γενικότερα, οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση από ό,τι παραδοσιακά πολύ ισχυρές εκπαιδευτικά χώρες όπως (ενδεικτικά) η Φινλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, το Ισραήλ κλπ.
Αναφορικά με το αντικείμενο της επίλυσης προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα, το οποίο εξετάστηκε για πρώτη φορά το 2025, οι μαθητές στην Ελλάδα είχαν μέση επίδοση 461 μονάδες έναντι 500 μονάδων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 47η θέση ανάμεσα σε 91 χώρες. Καταγράφονται πάντως μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ σχολείων. Στα επιμέρους αντικείμενα περίπου 38 σχολεία, εκ των οποίων 32 δημόσια (περίπου 1 στα 6 σχολεία του δείγματος), πέτυχαν επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Η επίδραση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων στις επιδόσεις είναι στην Ελλάδα σχετικά μικρότερη, κυρίως επειδή οι επιδόσεις είναι συνολικά συμπιεσμένες σε χαμηλότερα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιδόσεις επιβαρύνονται από το γεγονός ότι οι μαθητές/τριες μεταναστευτικού υπόβαθρου προέρχονται συχνά από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σε ποσοστό άνω του 50% δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι.
Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν γενικά αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα. Αντίθετα, διαθέτουν σε μεγαλύτερο βαθμό την πεποίθηση ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής (growth mindset), καλύτερη στοχοθεσία και συνεπέστερο προγραμματισμό της προσπάθειάς τους. Ευνοϊκότερες στάσεις καταγράφονται κυρίως στα κορίτσια, στους γηγενείς μαθητές και σε μαθητές ΓΕΛ, ιδιωτικών και κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχων σχολείων, με τις σχετικές διαφορές να είναι εντονότερες στην Ελλάδα από ό,τι στον ΟΟΣΑ. Τέλος οι μαθητές/τριες εκφράζουν μεικτές απόψεις για την αξία και τη συνεισφορά του σχολείου στη μελλοντική τους προοπτική.
Στην Ελλάδα οι μαθητές/τριες περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό και γνωστικά ενισχυτικό μαθησιακό περιβάλλον σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ: αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους/τις εκπαιδευτικούς, περιορισμένη χρήση διδακτικών τεχνικών γνωστικής τους ενεργοποίησης κατά τη διάρκεια των μαθημάτων και μικρότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και ΤΝ στο σχολείο. Σε σχέση με τον ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τις σχετικές δηλώσεις των ίδιων των μαθητών, το σχολικό κλίμα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συχνότερες συμπεριφορές χαμηλής παραβατικότητας, όπως προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερήσεις, οι οποίες μάλιστα έχουν επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία. Αντίθετα, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν λιγότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται σε παρόμοια επίπεδα με τον αντίστοιχο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, γενικότερα και σε σχέση με το 2022, στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί το αίσθημα ασφάλειας των μαθητών και το αίσθημα του ανήκειν στο σχολείο.
Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη, εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή και δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη συγκριτικά με τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, χρησιμοποιούν λίγο περισσότερο τις ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγία, αν και ο χρόνος ενασχόλησής τους με αυτές σε σχέση με το 2022 έχει μειωθεί. Τέλος, οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον και παρόμοια αισιοδοξία στην προοπτική ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι σχετικές προσδοκίες διαφοροποιούνται εντονότερα ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση, τον τύπο εκπαίδευσης και τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του σχολείου.
Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα του PISA 2025, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Οι επιδόσεις παραμένουν χαμηλές και σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν κατακτά το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά. Η Κατανόηση Κειμένου αποτελεί ιδιαίτερη πηγή ανησυχίας, ενώ η χώρα δυσκολεύεται να δημιουργήσει μια μεγάλη ομάδα μαθητών υψηλών επιδόσεων. Από την άλλη πλευρά, η PISA 2025 δίνει και ορισμένα σημεία που δεν πρέπει να αγνοηθούν: η Ελλάδα φαίνεται να ανακόπτει την πολυετή απόκλιση από τον ΟΟΣΑ, στα Μαθηματικά εμφανίζεται τάση σύγκλισης, οι ψηφιακές υποδομές έχουν βελτιωθεί, το αίσθημα ασφάλειας και του ανήκειν ενισχύεται, οι μαθητές εμφανίζουν ισχυρότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες και υπάρχουν σχολεία –στην πλειονότητά τους δημόσια– που καταφέρνουν να πλησιάσουν ή ακόμη και να ξεπεράσουν σημαντικά τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στόχος της εκπαιδευτικής πολιτικής πλέον, είναι αυτές οι μικρές αλλά υπαρκτές ενδείξεις σταθεροποίησης να μετατραπούν σε πραγματική μαθησιακή ανάκαμψη.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη σημείωσε ότι «τα αποτελέσματα της PISA αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο γνώσης και όχι έναν απλό πίνακα κατάταξης. Μας βοηθούν να εξετάσουμε αν οι μαθητές και οι μαθήτριές μας μπορούν να αξιοποιούν τις γνώσεις τους στην Κατανόηση Κειμένου, στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες, ώστε να ανταποκρίνονται σε πραγματικές προκλήσεις της ζωής».
Όπως τόνισε η κ. Ζαχαράκη «η εικόνα από τα αποτελέσματα χρειάζεται καθαρή και υπεύθυνη ανάγνωση. Οι επιδόσεις των μαθητών υποχώρησαν σημαντικά σε πολλές χώρες. Η Ελλάδα, ωστόσο, παρουσιάζει μικρότερη πτώση από αρκετά ισχυρότερα εκπαιδευτικά συστήματα και, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, καταγράφει σημάδια σύγκλισης στα Μαθηματικά και σταθεροποίησης της απόκλισης στα άλλα δύο γνωστικά αντικείμενα. Περίπου ένα στα έξι σχολεία της χώρας μας πέτυχε επίδοση πάνω ή κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις που έχουν ήδη γίνει έχουν αρχίσει να αποδίδουν. Παράλληλα, η απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ παραμένει σημαντική. Αναγνωρίζουμε, επομένως, όσα χρειάζονται βελτίωση και περνάμε στην επόμενη φάση με συγκεκριμένο σχέδιο».
«Η διεθνής βιβλιογραφία μάς δείχνει πως η κατανόηση κειμένου χτίζεται με στέρεες γνώσεις, πλούσιο λεξιλόγιο, τη δυνατότητα των μαθητών να θυμούνται και να αξιοποιούν όσα έχουν μάθει, να συνδέουν τις νέες πληροφορίες με όσα ήδη γνωρίζουν και να εφαρμόζουν τη γνώση σε νέες καταστάσεις. Αυτή είναι η κατεύθυνση των 51 νέων και επικαιροποιημένων Προγραμμάτων Σπουδών και του νέου εκπαιδευτικού υλικού, που θα εφαρμοστούν από το σχολικό έτος 2027–2028, μαζί με το Πολλαπλό Βιβλίο» ανέφερε η υπουργός Παιδείας και πρόσθεσε:
«Για πρώτη φορά δουλέψαμε συστηματικά για την προετοιμασία της χώρας. Εξοπλίσαμε τα σχολεία, στηρίξαμε τους εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στην έρευνα και αναπτύξαμε, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το Skills4Life: μια ψηφιακή Τράπεζα Θεμάτων με δραστηριότητες στα Μαθηματικά, στις Φυσικές Επιστήμες και στην Κατανόηση Κειμένου, οι οποίες συνδέουν τη σχολική γνώση με πραγματικά προβλήματα και καλλιεργούν την εφαρμογή, τον συλλογισμό και την επίλυση προβλημάτων».
«Πίσω από κάθε ποσοστό και κάθε δείκτη υπάρχουν μαθητές και μαθήτριες, εκπαιδευτικοί και σχολικές κοινότητες. Γι’ αυτό τα αποτελέσματα αυτά δεν τα βλέπουμε ως μια απλή στατιστική αποτύπωση, αλλά ως μια ευθύνη απέναντι σε κάθε παιδί που πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κατανοεί, να προχωρά και να συμμετέχει» κατέληξε η κ. Ζαχαράκη.
Ισίδωρος Ρούσσος
Πηγή: FANTOMAS.GR

