Στην εγχώρια αγορά της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας, οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν είδηση, καθώς έχουν μετατραπεί σε μια μάλλον δυσάρεστη ετήσια ρουτίνα για χιλιάδες νοικοκυριά. Όταν όμως οι ανατιμήσεις αυτές προέρχονται από τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη του κλάδου, το ζήτημα μοιραία ξεφεύγει από τα στενά επιχειρηματικά όρια και αποκτά εντελώς άλλες, κοινωνικές διαστάσεις. Ασφαλισμένοι, αλλά και έμπειροι παράγοντες της αγοράς, εκφράζουν την έντονη δυσαρέσκειά τους για το κύμα των νέων αυξήσεων που επιβάλλονται .
Το βασικό ερώτημα που πλανάται στην αγορά είναι γιατί ο κορυφαίος του κλάδου επιλέγει να πιέζει τόσο ασφυκτικά τους πελάτες του σε μια ήδη πιεσμένη οικονομική συγκυρία. Το πράγμα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό αν αναλογιστεί κανείς τις πληροφορίες που θέλουν αυτές τις αυξήσεις να κινούνται πάνω από τα επίπεδα που είχαν ατύπως συμφωνηθεί στις πρόσφατες συναντήσεις της κυβέρνησης με την ασφαλιστική αγορά, οι οποίες είχαν ως στόχο μια σαφώς πιο ήπια και ομαλή προσαρμογή των συμβολαίων. Οι κακές γλώσσες στον χώρο δεν διστάζουν να παραλληλίσουν την κατάσταση με τη λογική που εφαρμόστηκε στα υπερκέρδη των τραπεζών, υποστηρίζοντας ότι τα υψηλά κέρδη του ασφαλιστικού κλάδου χτίζονται με παρόμοιες πρακτικές δηλαδή μέσω επιπλέον επιβαρύνσεων και, κυρίως, ποντάροντας στη δεδομένη δυσκολία του πελάτη να αλλάξει πάροχο.
Αυτή η αδυναμία μετακίνησης είναι ίσως η πιο σκοτεινή πλευρά του προβλήματος. Στην ασφάλιση υγείας, ειδικά για τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας ή για όσους έχουν ήδη εμφανίσει κάποιο ιστορικό υγείας, η «έξοδος» από ένα συμβόλαιο και η αναζήτηση μιας άλλης, οικονομικότερης εταιρείας είναι συχνά μια ουτοπία. Οι άνθρωποι αυτοί εγκλωβίζονται σε μια ιδιότυπη ομηρεία, καθώς καμία άλλη εταιρεία δεν τους δέχεται με τους ίδιους όρους, με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να πληρώνουν ό,τι τους ζητηθεί, προκειμένου να μην χάσουν την υγειονομική τους κάλυψη.

