Στο μικροσκόπιο της πολιτικής επικαιρότητας και του κοινοβουλευτικού ελέγχου μπαίνει δυναμικά η δραστηριότητα των διαδικτυακών ταξιδιωτικών πρακτορείων, με αιχμή του δόρατος τις πρακτικές που εφαρμόζουν στην Ελληνική αγορά φιλοξενίας.
Με φόντο τις έντονες διαμαρτυρίες των θεσμικών φορέων του τουριστικού κλάδου, δεκαπέντε βουλευτές της κυβερνώσας παράταξης φέρνουν το ζήτημα στη Βουλή, καταθέτοντας κοινή ερώτηση προς τους Υπουργούς Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, και Τουρισμού, Όλγα Κεφαλογιάννη.
Η πρωτοβουλία αυτή αναδεικνύει την αυξανόμενη ανησυχία για το καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου που επιβάλλουν οι ψηφιακές πλατφόρμες στις εγχώριες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και στα μικρομεσαία καταλύματα, σε μια περίοδο που ο Ελληνικός τουρισμός καταγράφει επιδόσεις-ρεκόρ αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει σοβαρές δομικές προκλήσεις.
Η αφορμή για τη δυναμική αυτή κοινοβουλευτική παρέμβαση εντοπίζεται στη διαπίστωση ότι η κυρίαρχη θέση ορισμένων διαδικτυακών κολοσσών δημιουργεί συνθήκες στρέβλωσης του υγιούς ανταγωνισμού.
Η Booking.com, η οποία κατέχει το δεσπόζον μερίδιο της τάξεως του 45% στην Ελληνική αγορά των online κρατήσεων, βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά συνολικά το μοντέλο λειτουργίας των Online Travel Agencies.
Στην ερώτησή τους, οι βουλευτές σημειώνουν ότι ο τομέας του τουρισμού συνιστά τη βαριά βιομηχανία της χώρας, με καθοριστική συμβολή στην παραγωγική ανασυγκρότηση.
Τα μεγέθη είναι αποκαλυπτικά, καθώς το προηγούμενο έτος οι τουριστικές ροές ξεπέρασαν τα 43 εκατομμύρια επισκέπτες, προσφέροντας άμεσα πάνω από 32 δισεκατομμύρια ευρώ στην εθνική οικονομία, ποσό που αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ και υπερβαίνει το 30% αν συνυπολογιστούν τα έμμεσα οφέλη.
Ωστόσο, η εντυπωσιακή αυτή αναπτυξιακή πορεία φαίνεται πως συνοδεύεται από παράπλευρες απώλειες για τους ίδιους τους δημιουργούς του τουριστικού προϊόντος.
Η συντριπτική πλειοψηφία των ιδιοκτητών τουριστικών καταλυμάτων εξαρτάται σε απόλυτο βαθμό από τις ψηφιακές πλατφόρμες για την προσέλκυση πελατών και τη διαχείριση του πελατολογίου τους.
Αυτή η σχέση εξάρτησης, όπως καταγγέλλουν τόσο ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων όσο και το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος, έχει μετατραπεί σε έναν μηχανισμό που αφαιρεί ζωτική ρευστότητα από τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Ένα από τα πλέον ακανθώδη σημεία της κοινοβουλευτικής αναφοράς εστιάζει στις υπέρογκες προμήθειες μεσιτείας.
Οι πλατφόρμες επιβάλλουν ποσοστά που ξεκινούν από 15% έως 20% και σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνουν έως και το 25% επί της συνολικής τιμής κράτησης.
Το γεγονός ότι οι προμήθειες αυτές υπολογίζονται ακόμα και επί του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας αλλά και των υπόλοιπων τελών επιβαρύνει δυσανάλογα τους επιχειρηματίες, οι οποίοι καλούνται να αποδώσουν ποσοστά επί χρημάτων που ουσιαστικά αποτελούν κρατικά έσοδα και όχι δικά τους έσοδα.
Πέραν όμως του οικονομικού σκέλους των προμηθειών, η ερώτηση των βουλευτών αποκαλύπτει μια σειρά από αθέμιτες και παραπλανητικές τακτικές στον ψηφιακό στίβο.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η καταγγελία για τη χρήση ονομάτων μη συμβεβλημένων ξενοδοχείων σε πληρωμένες καταχωρίσεις των πλατφορμών στις μηχανές αναζήτησης.
Όταν ένας ταξιδιώτης αναζητά ένα συγκεκριμένο κατάλυμα στο διαδίκτυο, οδηγείται τεχνηέντως στην πλατφόρμα, όπου αντικρίζει το μήνυμα ότι «δεν υπάρχει διαθεσιμότητα».
Στη συνέχεια, το σύστημα τον ανακατευθύνει αυτόματα σε άλλα, συμβεβλημένα καταλύματα. Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται μια ουσιαστική υποκλοπή πελατείας από επιχειρήσεις που επέλεξαν να μην ενταχθούν στο δίκτυο της πλατφόρμας.
Ταυτόχρονα, στο στόχαστρο τίθενται οι λεγόμενες πρακτικές ψηφιακής χειραγώγησης, γνωστές στη διεθνή πρακτική ως dark patterns.
Πρόκειται για την τακτική προβολής παραπλανητικών μηνυμάτων, όπως η ένδειξη ότι «απομένει μόνο 1 δωμάτιο», η οποία καλλιεργεί τεχνητά την αίσθηση του κατεπείγοντος στον καταναλωτή, ασκώντας του ψυχολογική πίεση να ολοκληρώσει άμεσα την κράτηση.
Οι πρακτικές αυτές δεν βλάπτουν μόνο τον ανταγωνισμό, αλλά προσβάλλουν ευθέως και τα δικαιώματα των ταξιδιωτών, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον τεχνητής έλλειψης.
Η σοβαρότητα της κατάστασης αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι η Ελληνική Επιτροπής Ανταγωνισμού διεξάγει ήδη αυστηρή έρευνα για πιθανολογούμενη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, εξετάζοντας ενδεχόμενες παραβάσεις τόσο της εθνικής όσο και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η ανεξάρτητη Αρχή έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση έως τα τέλη Ιουλίου το πακέτο των δεσμεύσεων που πρότεινε η εμπλεκόμενη πλατφόρμα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες για τον αποκλεισμό ανταγωνιστικών δικτύων και τη χειραγώγηση της αγοράς μέσω αδιαφανών αλγορίθμων κατάταξης και ειδικών προγραμμάτων προβολής.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, οι δεκαπέντε βουλευτές της ΝΔ ζητούν ξεκάθαρες απαντήσεις από τους αρμόδιους υπουργούς.
Θέτουν επί τάπητος το ερώτημα εάν υπάρχει πρόθεση για νομοθετικές πρωτοβουλίες που θα θεσπίζουν ανώτατο όριο στις προμήθειες των διαδικτυακών πρακτορείων, καθώς και αν σχεδιάζεται η απαγόρευση παρακράτησης προμήθειας επί του ΦΠΑ.
Παράλληλα, ζητούν να μάθουν τα μέτρα που προτίθεται να λάβει η Γενική Γραμματεία Εμπορίου για την πάταξη των επιθετικών διαφημιστικών τακτικών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση θα αξιοποιήσει τα πορίσματα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ώστε να διασφαλιστεί η μόνιμη και αμετάκλητη εξάλειψη των καταχρηστικών φαινομένων.
Είναι σαφές ότι η μάχη για την προστασία του εγχώριου τουριστικού προϊόντος και των μικρομεσαίων καταλυμάτων περνά πλέον μέσα από τη διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου που θα εγγυάται τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη στην ψηφιακή εποχή.

