Του Χρήστου Καπούτση
Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, θα συναντηθεί σήμερα, με τον Υπουργό Άμυνας του Ισραήλ, Israel Katz.
Μετά την υποδοχή του κ. Katz στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (10.30 π.μ.) και την κατ’ ιδίαν συνάντηση των Υπουργών, θα πραγματοποιηθούν διευρυμένες συνομιλίες μεταξύ των δύο Αντιπροσωπειών. Θα ακολουθήσουν κοινές δηλώσεις στον Τύπο και γεύμα εργασίας. Στο πλαίσιο των ανωτέρω συναντήσεων, θα συζητηθούν θέματα ενίσχυσης της διμερούς αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ, καθώς επίσης περιφερειακά και διεθνή ζητήματα Άμυνας και Ασφάλειας.
Η σημερινή συνάντηση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια με τον Ισραηλινό ομόλογό του Israel Katz πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον που κάθε άλλο παρά σταθερό μπορεί να χαρακτηριστεί. Η ελληνο-ισραηλινή στρατιωτική συνεργασία εξελίσσεται σε έναν από τους πιο κρίσιμους πυλώνες ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά ταυτόχρονα φέρει και σύνθετες γεωπολιτικές προεκτάσεις με βαθμό επικινδυνότητας.
Η συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ δεν περιορίζεται σε κοινές ασκήσεις. Βασίζεται στη μεταφορά εμπειρίας από ένα κράτος, όπως το Ισραήλ, που ζει εδώ και δεκαετίες σε συνθήκες διαρκούς απειλής. Αντιαεροπορική άμυνα, αντιμετώπιση drones, ηλεκτρονικός πόλεμος και επιχειρήσεις πληροφοριών αποτελούν πεδία όπου το Ισραήλ διαθέτει πραγματική επιχειρησιακή γνώση. Για την Ελλάδα, το όφελος δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι στρατηγικό: προσαρμογή σε ένα περιβάλλον όπου οι απειλές είναι υβριδικές, ταχύτατες και συχνά μη συμβατικές. Για το Ισραήλ, η συνεργασία με την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς του προσφέρει το αναγκαίο στρατηγικό και επιχειρησιακό βάθος εκτός της άμεσης ζώνης σύγκρουσης. Μέσω της Ελλάδας και της Ανατολικής Μεσογείου, το Ισραήλ αποκτά πρόσβαση σε ασφαλείς διαδρόμους, υποδομές και πεδίο στρατιωτικής συνεργασίας, που ενισχύουν την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική του ευελιξία σε ένα περιβάλλον πολλαπλών απειλών.
Αμυντική βιομηχανία: Στο προσκήνιο της ελληνο-ισραηλινής στρατιωτικο-βιομηχανικής συνεργασίας βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα των συμπαραγωγών. Η ανάπτυξη drones, συστημάτων anti-drone και προηγμένων αισθητήρων μπορεί να μετατρέψει την Ελλάδα από καταναλωτή σε συμπαραγωγό αμυντικής τεχνολογίας. Εδώ όμως τίθεται και το ερώτημα της ισορροπίας: χωρίς σαφή εθνικό σχεδιασμό, υπάρχει ο κίνδυνος η συνεργασία να ενισχύσει την επιχειρησιακή ικανότητα της χώρας βραχυπρόθεσμα, αλλά να παγιώσει εξαρτήσεις μακροπρόθεσμα.
Ο ρόλος των ΗΠΑ και η στρατηγική αξία της Σούδας:
Καμία ελληνο-ισραηλινή στρατιωτική σχέση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι ΗΠΑ στέκονται ξεκάθαρα στο πλευρό του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν, πολιτικά και στρατιωτικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η βάση της Σούδας αποκτά ζωτική σημασία. Αποτελεί κομβικό επιχειρησιακό κόμβο για τις αμερικανικές δυνάμεις, καλύπτοντας ένα τεράστιο γεωγραφικό τόξο: από την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, έως τον Περσικό Κόλπο. Η Ελλάδα, μέσω της Σούδας, δεν είναι απλός παρατηρητής αλλά ουσιαστικός κρίκος της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Παράλληλα, εξελίσσεται μια προσεκτική επαναπροσέγγιση ΗΠΑ και Τουρκίας. Η Άγκυρα παραμένει δύσκολος αλλά αναγκαίος σύμμαχος για την Ουάσιγκτον, ενώ το Ισραήλ δείχνει μια λειτουργική ανοχή σε αυτή τη σχέση, κυρίως λόγω του Ιράν και της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος.
Αυτό υπενθυμίζει μια σκληρή πραγματικότητα: οι στρατηγικές σχέσεις δεν είναι αποκλειστικές. Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιεί τη συνεργασία με το Ισραήλ, χωρίς να θεωρεί δεδομένη τη στάση τρίτων απέναντι στην Τουρκία.
Ασφαλώς υπάρχουν και αρνητικές πτυχές, στην ελληνο-ισραηλινή στρατηγικής σημασίας, στρατιωτική και πολιτική συμμαχία. Η στενή ταύτιση με το Ισραήλ, σε μια περίοδο γενικευμένης αποσταθεροποίησης στη Γάζα, τον Λίβανο και τη Συρία, ενδέχεται να αυξήσει την πολιτική και διπλωματική πίεση προς την Ελλάδα, ιδίως στον αραβικό κόσμο.
Επιπλέον, όσο η περιοχή οδεύει προς κλιμάκωση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η Ελλάδα να θεωρηθεί, έστω και έμμεσα, μέρος ενός ευρύτερου στρατηγικού μπλοκ αντιπαράθεσης. Αυτό απαιτεί προσεκτική διαχείριση, σαφή όρια και σταθερή διπλωματική ισορροπία.
Σε μια περιοχή που απειλείται με γενικευμένη αποσταθεροποίηση, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να διαλέξει στρατόπεδο, αλλά να μετατρέψει τις συμμαχίες της σε εργαλείο σταθερότητας και όχι σε παράγοντα εμπλοκής.

