Συμπληρώνοντας επτά χρόνια στην εξουσία, η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αφήνει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στον πολιτικό και κοινωνικό χάρτη της χώρας. Ωστόσο, πίσω από το επιμελώς φιλοτεχνημένο προφίλ του εκσυγχρονισμού, της μεταρρυθμιστικής ορμής και της ψηφιακής μετάβασης, αποκαλύπτεται και μια άλλη πραγματικότητα.
Η επταετία αυτή χαρακτηρίζεται από μια σειρά σοβαρών πολιτικών και θεσμικών σκανδάλων, την εκτίναξη των απευθείας αναθέσεων σε επίπεδα ρεκόρ και μια συστηματική αποδυνάμωση των μηχανισμών λογοδοσίας, γεγονότα που προκαλούν βαθιά ανησυχία για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα.
Η αρχή της αμφισβήτησης της θεσμικής θωράκισης της χώρας σημειώθηκε με το σκάνδαλο των υποκλοπών. Η αποκάλυψη ότι η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, αλλά και παράνομα λογισμικά παρακολούθησης όπως το Predator, χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση δημοσιογράφων, πολιτικών αρχηγών, υπουργών και ανώτατων αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, έπληξε καίρια το κράτος δικαίου.
Αντί για μια ταχεία και σε βάθος κάθαρση, η κυβερνητική διαχείριση χαρακτηρίστηκε από επίκληση του απορρήτου, καθυστερήσεις και ευθεία σύγκρουση με τις ανεξάρτητες αρχές.
Η στάση αυτή ενίσχυσε την αίσθηση ότι η πολιτική ηγεσία επεδίωξε τη συγκάλυψη παρά την αποκάλυψη της αλήθειας, εκθέτοντας τη χώρα διεθνώς.
Την ίδια στιγμή, το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών ήρθε να αποκαλύψει με τον πιο οδυνηρό τρόπο τις συνέπειες της κακοδιαχείρισης και της έλλειψης υπευθυνότητας. Η απώλεια 57 ανθρώπινων ψυχών ανέδειξε τις χρόνιες παθογένειες, την απουσία συστημάτων ασφαλείας και την εγκληματική αμέλεια στον σιδηρόδρομο.
Η μετέπειτα διαχείριση, με την αμφισβητούμενη εξεταστική επιτροπή, τις κατηγορίες για αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος και τις προσπάθειες μετατόπισης των ευθυνών αποκλειστικά στο ανθρώπινο λάθος, εδραίωσε στην κοινωνία το αίσθημα της ατιμωρησίας.
Για τη κοινή γνώμη, τα Τέμπη μετατράπηκαν σε σύμβολο μιας εξουσίας που αρνείται να αναλάβει το πολιτικό και ποινικό βάρος των πράξεων και των παραλείψεών της.
Παράλληλα με τα θεσμικά ατυχήματα, η οικονομική διαχείριση των δημόσιων πόρων στην επταετία αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Με πρόσχημα την πανδημία αρχικά και τις εκτάκτους ανάγκες στη συνέχεια, η πρακτική των απευθείας αναθέσεων και των κλειστών διαγωνισμών γιγαντώθηκε.
Δισεκατομμύρια ευρώ από το δημόσιο χρήμα και τα ευρωπαϊκά κονδύλια κατευθύνθηκαν σε ημετέρους, – σύμφωνα με τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης – χωρίς σχετική εμπειρία και συμβούλους, παρακάμπτοντας τις διαφανείς διαγωνιστικές διαδικασίες. Η τακτική αυτή δεν τροφοδότησε μόνο την καχυποψία για εκτεταμένη διαφθορά, αλλά δημιούργησε και μια παράλληλη οικονομία ευνοιοκρατίας, όπου η πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα εξαρτάται από τις πολιτικές διασυνδέσεις.
Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε ένα κεντρικό πρόβλημα. Γίνεται λόγος για την έλλειψη λογοδοσίας. Η κυβερνητική πλειοψηφία χρησιμοποίησε την κοινοβουλευτική της υπεροχή όχι ως εργαλείο διαλόγου, αλλά ως μέσο εξουδετέρωσης κάθε ελέγχου. Οι ανεξάρτητες αρχές δέχθηκαν πιέσεις, τα μέσα ενημέρωσης στην πλειονότητά τους ελέγχθηκαν μέσω κρατικών χρηματοδοτήσεων, και η αντιπολίτευση αντιμετωπίστηκε με απαξίωση. Η αντίληψη ότι η εκλογική νίκη παρέχει λευκή επιταγή για την ανεξέλεγκτη άσκηση της εξουσίας διάβρωσε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτείας.
Στην ολοκλήρωση αυτής της επταετίας, ο απολογισμός της κυβέρνησης Μητσοτάκη στον τομέα της διαφάνειας και της δημοκρατίας κρίνεται βαρύς.
Η συσσώρευση σκανδάλων, η σπατάλη του δημοσίου χρήματος μέσω απευθείας αναθέσεων και η άρνηση ανάληψης ευθύνης έχουν τραυματίσει τη δημοκρατική λειτουργία.
Για πολλούς παράγοντες της δημόσιας ζωής, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η επιστροφή σε κανόνες διαφάνειας και ισονομίας αποτελούν πλέον το επιτακτικό ζητούμενο για το μέλλον της χώρας.

