Υπάρχει ένα παλιό σύνθημα που ακούγεται συχνά στις πορείες και τα αμφιθέατρα, συμπυκνώνοντας την κομμουνιστική κριτική απέναντι στο σύστημα , «Τα κέρδη τους ή οι ζωές μας».
Όσο κι αν κάποιος μπορεί να διαφωνεί με την πολιτική αφετηρία ή την ιδεολογική φόρτιση της φράσης, η ωμή πραγματικότητα της παγκόσμιας οικονομίας έρχεται συχνά να επιβεβαιώσει τον σκληρό της πυρήνα.
Διότι το ζήτημα δεν είναι απλώς κομματικό ή συγκυριακό, αλλά βαθιά δομικό. Όταν η παγκόσμια κοινωνία στενάζει κάτω από το βάρος της ακρίβειας και των πολεμικών συρράξεων, οι ισολογισμοί των ενεργειακών κολοσσών ανακοινώνουν λεφτά με… πετρελαϊκή ουρά.
Η πρόσφατη ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της BP για το δεύτερο τρίμηνο του έτους προσφέρει μια τέλεια, σχεδόν κυνική ακτινογραφία αυτού του μηχανισμού.
Την ώρα που οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος με το Ιράν κρατούν την παγκόσμια κοινότητα σε κατάσταση ομηρίας και αβεβαιότητας, ο βρετανικός πετρελαϊκός κολοσσός κατέγραψε προσαρμοσμένα κέρδη ύψους 5,73 δισεκατομμυρίων δολαρίων!
Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση από το 2022, η οποία ξεπέρασε κατά πολύ τις εκτιμήσεις των αναλυτών της Wall Street, ενώ εμφανίζεται υπερδιπλάσια σε σχέση με τα 2,35 δισεκατομμύρια της αντίστοιχης περσινής περιόδου.
Πώς όμως μεταφράζεται μια ανθρωπιστική και γεωπολιτική κρίση σε έναν οικονομικό θρίαμβο τέτοιας κλίμακας;
Η αφετηρία βρίσκεται στη βαθιά απορρύθμιση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ο πόλεμος περιόρισε τη διαθέσιμη προσφορά, προκαλώντας έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Σε αυτό το ταραγμένο περιβάλλον, πολυεθνικές με το μέγεθος και την προσβασιμότητα της BP βρίσκουν το απόλυτο πεδίο δράσης.
Εκμεταλλευόμενες τις τιμολογιακές αποκλίσεις μεταξύ διαφορετικών αγορών, αλλά και τη θεαματική διεύρυνση των περιθωρίων διύλισης —καθώς οι τιμές στην αντλία αυξάνονται πολύ ταχύτερα από όσο το ανεπεξέργαστο αργό— μετατρέπουν τη γενικευμένη ανασταλτικότητα σε καθαρή ρευστότητα.
Το φαινόμενο φυσικά δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη εταιρεία, καθώς αντίστοιχα ρεκόρ σημειώνουν όλοι οι μεγάλοι παίκτες του κλάδου, από τη Shell μέχρι την Exxon Mobil και τη Chevron. Η εικόνα αυτή έχει προκαλέσει πολιτικές ανατροπές και σφοδρές αντιδράσεις. Ακόμη και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε ευθεία επίθεση κατά των πετρελαϊκών ομίλων, κατηγορώντας τους ανοιχτά για αισχροκέρδεια στην πλάτη των πολιτών που αδυνατούν να καλύψουν τα βασικά έξοδα μετακίνησης και θέρμανσης.
Παρά την κατακραυγή, η διοίκηση της εταιρείας υπό τη νέα διευθύνουσα σύμβουλο, κ. Ο’Νιλ, προτίμησε να αξιοποιήσει τη χρυσή αυτή ευκαιρία για να ικανοποιήσει τους μετόχους της, αυξάνοντας το τριμηνιαίο μέρισμα.
Σε μια περίοδο που ο όμιλος επιχειρεί μια επιθετική αναδιάρθρωση με μείωση του λειτουργικού κόστους και πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων —υποχωρώντας μάλιστα αθόρυβα από τις προηγούμενες δεσμεύσεις του για την πράσινη μετάβαση— τα υπερκέρδη από τον πόλεμο προσφέρουν μια ισχυρή ανάσα ρευστότητας.
Ωστόσο, η επενδυτική κοινότητα γνωρίζει καλά πως τα έκτακτα έσοδα που γεννώνται μέσα από τις φλόγες των κρίσεων προσφέρουν απλώς χρόνο και δεν επιλύουν τα δομικά προβλήματα της αγοράς.
Το ερώτημα που παραμένει αμείλικτο είναι πόσο βιώσιμο μπορεί να θεωρείται ένα οικονομικό μοντέλο που ευημερεί υποχρεωτικά, κάθε φορά που ο υπόλοιπος πλανήτης υποφέρει.

