Μέχρι πρόσφατα το Μέγαρο Μαξίμου εξέπεμπε ένα σαφές και μονοσήμαντο μήνυμα: αν από τις πρώτες κάλπες δεν προκύψει αυτοδυναμία, η χώρα θα οδηγηθεί αναπόφευκτα σε δεύτερες εκλογές. Η θέση αυτή δεν ήταν απλώς μια εκτίμηση· παρουσιαζόταν σχεδόν ως πολιτική νομοτέλεια, ενισχυμένη από διαρροές και αναλύσεις φιλοκυβερνητικών μέσων ενημέρωσης. Όμως, όσο πλησιάζουμε προς την τελική ευθεία της προεκλογικής περιόδου, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η αυτοδυναμία συνιστά πλέον «όνειρο θερινής νυκτός» και ότι η στρατηγική αυτή δεν μπορεί να σταθεί χωρίς σοβαρό πολιτικό κόστος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχώρησε σε μια προσεκτικά μελετημένη αλλαγή γραμμής. Με τη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ και τον Αλέξη Παπαχελά, ο πρωθυπουργός φρόντισε να απομακρυνθεί από το αφήγημα της αυτόματης προσφυγής σε δεύτερες εκλογές, επικαλούμενος ευθέως το Σύνταγμα και τις προβλέψεις του για τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης. Η αναφορά του ότι «το πρώτο κόμμα οφείλει να διερευνήσει τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης» δεν ήταν τυχαία ούτε ουδέτερη.
Στην πράξη, ο πρωθυπουργός στέλνει πολλαπλά μηνύματα. Πρώτον, εμφανίζεται ως θεσμικός παίκτης που σέβεται τους κανόνες και δεν εργαλειοποιεί τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών. Δεύτερον, επιχειρεί να μεταφέρει την πολιτική πίεση στους πιθανούς εταίρους και κυρίως στο ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη. Αν η Νέα Δημοκρατία αναδειχθεί πρώτο κόμμα χωρίς αυτοδυναμία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα είναι υποχρεωμένος –και πλέον δηλώνει πρόθυμος– να ξεκινήσει διερευνητικές επαφές για κυβέρνηση συνεργασίας.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο βασικός στόχος της νέας στρατηγικής: ο διεμβολισμός του ΠΑΣΟΚ. Ο πρωθυπουργός γνωρίζει ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει επενδύσει πολιτικά στην αυτόνομη πορεία του κόμματός του και έχει θέσει αυστηρούς όρους για οποιαδήποτε συνεργασία. Προσφέροντας, έστω και προσχηματικά, το χέρι της συνεργασίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μετατρέπει το ΠΑΣΟΚ από παρατηρητή σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων. Αν ο κ. Ανδρουλάκης αρνηθεί, τότε το αφήγημα είναι έτοιμο: η ΝΔ «ήθελε», αλλά οι άλλοι «δεν άφησαν» τη χώρα να κυβερνηθεί.
Σε αυτό το σενάριο, οι διερευνητικές εντολές ολοκληρώνονται χωρίς αποτέλεσμα, η ευθύνη για την πολιτική αστάθεια μετατοπίζεται και η προσφυγή σε δεύτερες εκλογές εμφανίζεται ως αναγκαστική λύση και όχι ως επιλογή του Μαξίμου. Πρόκειται για μια κίνηση που στοχεύει τόσο στο εκλογικό σώμα του κέντρου όσο και στους μετριοπαθείς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι ενδέχεται να δουν αρνητικά μια άκαμπτη στάση της ηγεσίας τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην αλλαγή στάσης του πρωθυπουργού συνέβαλαν και θεσμικές παρεμβάσεις, με διαρροές να υπογραμμίζουν ότι η Προεδρία της Δημοκρατίας θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις πρώτες κάλπες. Το μήνυμα ήταν σαφές: το παιχνίδι των εύκολων δεύτερων εκλογών έχει τελειώσει.
«The game is over», θα έλεγαν και οι δανειστές στα μνημονιακά χρόνια. Και πλέον, το πολιτικό παιχνίδι παίζεται σε άλλο γήπεδο – με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιχειρεί να ορίσει τους όρους και τους ρόλους των αντιπάλων του.

