Το πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας εισέρχεται σε μια φάση «τεκτονικών» ανακατατάξεων, όπου οι παραδοσιακές σταθερές κλονίζονται και νέες μορφές έκφρασης καταλαμβάνουν τον δημόσιο χώρο. Μέχρι τις αρχές του 2027, η χώρα αναμένεται να βιώσει πρωτόγνωρες καταστάσεις που θα ξεφεύγουν από τα κλασικά ιστορικά πρότυπα πολιτικών μεταβολών.

Η τρέχουσα περίοδος δεν θυμίζει τις τυπικές περιόδους «κινηματικών αλλαγών» του παρελθόντος. Ενώ παλαιότερα οι αλλαγές κυοφορούνταν μέσα από οργανωμένα κόμματα ή σαφείς ιδεολογικές γραμμές, σήμερα το «νέο» αναδύεται μέσα από το κενό εκπροσώπησης. Η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και η αδυναμία της θεσμικής αντιπολίτευσης να αρθρώσει πειστικό λόγο, δημιουργούν ένα πεδίο όπου η προσωπική τραγωδία μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο και η συγκίνηση σε πολιτική πλατφόρμα.
Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάλλαξης. Η αρχική της εικόνα, ως μια ηρωποιημένη φιγούρα πένθους που εξέφραζε το συλλογικό τραύμα μετά την τραγωδία των Τεμπών, μετασχηματίστηκε σταδιακά.
Για ένα μέρος της κοινής γνώμης και των πολιτικών αναλυτών, η μετάβαση αυτή την κατέστησε «αντιηρωίδα του δράματος». Ο όρος δεν χρησιμοποιείται απαραιτήτως με αρνητικό πρόσημο, αλλά υποδηλώνει μια φιγούρα που συγκρούεται με το κατεστημένο (τους θεσμούς, τη δικαιοσύνη, την κυβέρνηση) χρησιμοποιώντας ανορθόδοξα μέσα και έντονο συναισθηματικό φορτίο.
Η ρητορική της στράφηκε ευθέως κατά της αξιοπιστίας των θεσμών. Εκμεταλλευόμενη τη γενικευμένη δυσπιστία των πολιτών, μετέτρεψε την προσωπική της αναζήτηση για δικαίωση σε μια ευρύτερη αμφισβήτηση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.
Το πολιτικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο όπου:
Η «συγκινησιακή πολιτική» θα κυριαρχήσει έναντι του ορθολογικού προγραμματικού λόγου.
Εξωπολιτικά πρόσωπα με υψηλή αναγνωρισιμότητα και ηθικό κεφάλαιο θα συνεχίσουν να προκαλούν ρωγμές στο παραδοσιακό κομματικό σύστημα.
Η κρίση εμπιστοσύνης θα βαθύνει, αν οι θεσμοί δεν καταφέρουν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα μεγάλα κοινωνικά και δικαστικά ζητήματα.
Συμπερασματικά, η ελληνική πολιτική σκηνή δεν αναδιατάσσεται απλώς, μεταλλάσσεται σε κάτι απροσδόκητο. Η περίπτωση της κ. Καρυστιανού είναι μόνο το «προοίμιο» μιας εποχής όπου η διάκριση μεταξύ κοινωνικής διαμαρτυρίας και πολιτικής ηγεμονίας γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη. Τα όσα θα διαδραματιστούν τους επόμενους 12 μήνες θα είναι πέρα από κάθε ιστορικό προηγούμενο, καθώς η οργή συναντά την έλλειψη εναλλακτικής πρότασης.

