Χονδρογιάννης: “Η Πολιτεία γνωρίζει, αλλά επιλέγει να σιωπά – Παίζουμε με ανθρώπινες ζωές”
Οι πρόσφατες δυσλειτουργίες και καταρρεύσεις στα συστήματα επικοινωνίας στο FIR Αθηνών επαναφέρουν με δραματικό τρόπο μνήμες από την τραγωδία των Τεμπών και γεννούν έντονη ανησυχία μήπως η χώρα οδηγείται, αυτή τη φορά στον αέρα, σε μια νέα εθνική καταστροφή. Για τον κίνδυνο αυτό προειδοποιεί ευθέως ο Πρόεδρος της Ένωσης Στρατιωτικών Π.Ε. Αιτωλοακαρνανίας (ΕΣΠΕΑΙΤ), κ. Βασίλειος Χονδρογιάννης, μιλώντας για συνθήκες που συνιστούν «μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί».
Σύμφωνα με τον κ. Χονδρογιάννη, στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκεται το Αεροδρόμιο Ακτίου, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως Αεροδρόμιο Κοινής Χρήσης και εξυπηρετεί, πέραν των στρατιωτικών πτήσεων, χιλιάδες πολιτικές πτήσεις ετησίως, με διαρκώς αυξανόμενη κίνηση. Παρ’ όλα αυτά, όλες οι κρίσιμες υπηρεσίες υποστήριξης των πολιτικών αεροσκαφών – από τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας έως τα συστήματα επικοινωνιών και την πυρασφάλεια – παρέχονται αποκλειστικά από στρατιωτικό προσωπικό, χωρίς την αντίστοιχη ενίσχυση σε ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές.
Όπως τονίζει, ενώ το έργο αυξάνεται συνεχώς, η στελέχωση της Μονάδας Υποστήριξης FOB AKTION μειώνεται, με το ΥΠΕΘΑ και το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας να αρνούνται να αποδεχθούν την πραγματικότητα. Ο ίδιος επισημαίνει ότι ακόμη και τα επίσημα στοιχεία του ΥΠΕΘΑ αποκαλύπτουν το μέγεθος του προβλήματος, καθώς μόνο το 2024 στο Άκτιο εξυπηρετήθηκαν 7.520 πολιτικές πτήσεις, αριθμός που το κατατάσσει τέταρτο μεταξύ όλων των στρατιωτικών αεροδρομίων που εξυπηρετούν πολιτικές πτήσεις, περισσότερες ακόμη και από μεγάλες Πτέρυγες Μάχης. Παρ’ όλα αυτά, οι πτήσεις αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό στελέχωσης, με το επιχείρημα ότι δεν αποτελούν «επιχειρησιακό έργο».
Ο κ. Χονδρογιάννης χαρακτηρίζει τη στάση αυτή επικίνδυνη και αποκομμένη από την πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας ότι το ΓΕΑ έχει υπογράψει συγκεκριμένο πλαίσιο συνεργασίας με την ΥΠΑ και την παραχωρησιούχο εταιρεία, στο πλαίσιο του οποίου το στρατιωτικό προσωπικό καλείται να υλοποιήσει συμβατικές υποχρεώσεις προς τρίτο φορέα, για τις οποίες το ΓΕΑ αποζημιώνεται με ποσό που υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ ετησίως. «Δεν μπορεί να εισπράττεις, αλλά να αρνείσαι να αναλάβεις τις ευθύνες σου στον σχεδιασμό και την ασφάλεια», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο Πρόεδρος της ΕΣΠΕΑΙΤ τονίζει ότι η Ένωση έχει αναδείξει επανειλημμένα το ζήτημα, καθώς τα τελευταία χρόνια λαμβάνει συνεχώς καταγγελίες από στελέχη που εργάζονται σε συνθήκες αυξημένης πίεσης και κόπωσης. Κατά τον ίδιο, η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί απλώς εργασιακό πρόβλημα, αλλά επηρεάζει άμεσα τα επίπεδα ασφάλειας των πτήσεων, δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους για επιβάτες και πληρώματα. «Δεν μιλάμε για ένα συνδικαλιστικό αίτημα. Μιλάμε για την προστασία της ανθρώπινης ζωής», τονίζει.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίζεται ο κ. Χονδρογιάννης και απέναντι στους αρμόδιους πολιτικούς και διοικητικούς φορείς, επισημαίνοντας ότι, παρά τις θεσμικές ενημερώσεις προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, την ΥΠΑ, την Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας και το σύνολο των κοινοβουλευτικών κομμάτων, ουσιαστικές παρεμβάσεις δεν έχουν υπάρξει. Όπως καταγγέλλει, το Υπουργείο Υποδομών παραμένει ουσιαστικά ανύπαρκτο, λειτουργώντας ως απλός διαβιβαστής απαντήσεων, ενώ η ΥΠΑ δηλώνει αναρμόδια, μεταθέτοντας τις ευθύνες στην ΑΠΑ.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η δημόσια παραδοχή της ΑΠΑ ότι οι Υπηρεσίες Εναέριας Κυκλοφορίας στο Άκτιο παρέχονται από στρατιωτικό πάροχο αεροναυτιλίας που δεν είναι πιστοποιημένος από την ίδια την Αρχή. Η έλλειψη αυτή, όπως επισημαίνει, είναι γνωστή στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA), ο οποίος έχει ήδη ζητήσει επείγουσα συμμόρφωση έως τον Μάιο του 2026. Παρ’ όλα αυτά, από το 2020 μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική αναθεώρηση του πλαισίου συνεργασίας.
Κλείνοντας, ο Πρόεδρος της ΕΣΠΕΑΙΤ προειδοποιεί ότι απαιτείται άμεση πολιτική και θεσμική κινητοποίηση, με πλήρη συμμόρφωση στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς αεροναυτιλίας, ενίσχυση της στελέχωσης και ουσιαστική αναβάθμιση υποδομών και συστημάτων. «Οι στρατιωτικοί κάνουν το καθήκον τους εδώ και χρόνια και κρατούν το αεροδρόμιο όρθιο. Το ερώτημα είναι αν η Πολιτεία θα αναλάβει τις ευθύνες της πριν να είναι αργά», καταλήγει με νόημα, τονίζοντας ότι η ασφάλεια των πτήσεων δεν είναι υπόθεση λίγων, αλλά ευθύνη όλων μας.

