Η ελληνική πολιτική σκηνή τα τελευταία χρόνια μοιάζει με μια «μαύρη τρύπα» που καταπίνει την ελπίδα και ξεβράζει την οργή. Το κενό που αφήνει η αναποτελεσματικότητα των παραδοσιακών κομμάτων και η αποξένωση των πολιτών από τους θεσμούς, έρχονται να καλύψουν πρόσωπα που εμφανίζονται ως «εκτός συστήματος».
Από την περίπτωση του Στέφανου Κασσελάκη μέχρι τη δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού, το μοτίβο παραμένει ίδιο, η επένδυση του συλλογικού πόνου ή της απογοήτευσης σε πρόσωπα που φέρουν το φωτοστέφανο του «νέου» ή του «ηθικού», χωρίς όμως απαραίτητα να φέρουν μια συγκροτημένη πολιτική πρόταση.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα αναζητά σωτήρες σε περιόδους κρίσης. Η πολιτική μας ιστορία είναι γεμάτη από προσωποπαγή σχήματα που γεννήθηκαν από μια συγκυρία, «βόλεψαν» την ανάγκη του εκλογικού σώματος για εκδίκηση κατά του κατεστημένου και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν, αφήνοντας πίσω τους το ίδιο –αν όχι μεγαλύτερο– θεσμικό κενό.
Αυτοί οι «πολιτικοί κομήτες» λειτουργούν ως βαλβίδες αποσυμπίεσης. Προσφέρουν μια στιγμιαία συναισθηματική ικανοποίηση στον ψηφοφόρο που νιώθει ότι «τους την έφερε», αλλά η επίδρασή τους στην πραγματική διακυβέρνηση της χώρας είναι μηδαμινή.
Η Ελλάδα του 2026 δεν έχει ανάγκη από άλλες «συναισθηματικές εξάρσεις». Η επιβίωση και η ανάπτυξη της χώρας απαιτούν πεζή, σκληρή και τεχνοκρατική δουλειά:
- Δημιουργία παραγωγικής οικονομίας και απεξάρτηση από τον κρατισμό.
- Ανάταξη της δημόσιας διοίκησης και πάταξη της διαφθοράς με θεσμικά αντίβαρα, όχι με ευχολόγια.
- Προσέλκυση σοβαρών επενδύσεων που δημιουργούν προστιθέμενη αξία.
Αυτά τα ζητήματα δεν λύνονται ούτε με hashtags στα social media, ούτε με την παρουσία επικοινωνιολόγων και «πολιτικών γυρολόγων» που σπεύδουν να πλαισιώσουν κάθε νέο δημοφιλές πρόσωπο για να εξασφαλίσουν τη δική τους επιβίωση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ενδιαφέρονται για τη λύση του προβλήματος, αλλά για τη διαχείριση της δημόσιας εικόνας του προβλήματος.
Το πολιτικό έλλειμμα της χώρας είναι, σε τελική ανάλυση, έλλειμμα κριτηρίων. Όσο ο ψηφοφόρος επιλέγει με βάση το ποιος τον «συγκινεί» περισσότερο ή ποιος «βρίζει» καλύτερα το σύστημα, τόσο το σύστημα θα αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα.
Οι «πατέρες του έθνους» δεν θα προκύψουν από παρθενογενέσεις, ούτε από την εξαργύρωση προσωπικών τραγωδιών ή επιχειρηματικών lifestyle. Θα προκύψουν μόνο όταν οι ίδιοι οι πολίτες σταματήσουν να αναζητούν μεσσίες και αρχίσουν να αναζητούν προγράμματα, συνέπεια και ικανότητα.
Αν δεν αλλάξουμε τον τρόπο που επιλέγουμε, θα συνεχίσουμε να ζούμε στον κύκλο της ενθουσιώδους ανόδου και της παταγώδους πτώσης των κομητών, ενώ η χώρα θα παραμένει στάσιμη, περιμένοντας τον επόμενο «σωτήρα» που θα αποδειχθεί για άλλη μια φορά κατώτερος των περιστάσεων.

