
Του Χρήστου Καπούτση
Δημοσιογράφος – Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Άμυνας και Γεωστρατηγικής
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ενίσχυσε την εικόνα μιας σταδιακής γεωπολιτικής αναβάθμισης της Τουρκίας, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή και ο ανταγωνισμός με τη Ρωσία επαναπροσδιορίζουν τις δυτικές προτεραιότητες ασφαλείας.
Η Άγκυρα ενισχύει τη γεωστρατηγική της αξία στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης, ενώ η Αθήνα καλείται να επαναξιολογήσει τις σταθερές της αποτρεπτικής της στρατηγικής.
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα σηματοδότησε μια σημαντική γεωπολιτική μετατόπιση. Η Τουρκία αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικούς στρατηγικούς πυλώνες της Δυτικής Συμμαχίας σε μια περίοδο εκτεταμένων στρατιωτικών συγκρούσεων ενεργειακής κρίσης και γεωπολιτικής αστάθειας.
Η αμερικανική διοίκηση υπό τον Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να επαναξιολογεί τον ρόλο της Άγκυρας ως περιφερειακής δύναμης. Οι πληροφορίες ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται θετικός στην επανεκκίνηση της διαδικασίας επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιλυθεί το ζήτημα των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 , παρά τις αντιρρήσεις του Κογκρέσου, του αμερικανικού Πενταγώνου και κυρίως του Ισραήλ, καταδεικνύουν μια πιθανή αναπροσαρμογή της αμερικανικής στρατηγικής. Η εξέλιξη αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί και συνοδευθεί από την οριστική απομάκρυνση των S-400 από την Τουρκία με πιθανό προορισμό Κατάρ, θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.
Παράλληλα, ευρωπαϊκές χώρες διευρύνουν τη συνεργασία τους με την τουρκική αμυντική βιομηχανία, αναγνωρίζοντας τις παραγωγικές δυνατότητές της, σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επιδιώκει ταχεία ενίσχυση της αμυντικής της βάσης. Η εξέλιξη αυτή προσδίδει στην Άγκυρα πρόσθετη επιχειρησιακή και πολιτική βαρύτητα στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ουδέτερες, αντιθέτως… Η ενίσχυση της στρατηγικής σημασίας της Τουρκίας μεταβάλλει τους περιφερειακούς συσχετισμούς ισχύος και επηρεάζει αναπόφευκτα το περιβάλλον ασφάλειας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, το στρατηγικό τρίγωνο Τουρκίας–Ισραήλ–Ελλάδας εισέρχεται σε περίοδο αναπροσαρμογής. Η μεταβολή αυτή δεν οφείλεται στην ποιότητα των σχέσεων Άγκυρας και Τελ Αβίβ, οι οποίες παραμένουν βαθιά ανταγωνιστικές, αλλά κυρίως στην προσαρμογή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις.
Εάν η Ουάσιγκτον επιλέξει να επενδύσει ακόμη περισσότερο στην Τουρκία ως δύναμη που συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, τότε η διαπραγματευτική ισχύς της Άγκυρας θα ενισχυθεί σημαντικά. Μια τέτοια εξέλιξη θα επηρεάσει αναπόφευκτα και τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ισορροπούν τις σχέσεις τους με την Ελλάδα και το Ισραήλ, δύο χώρες που έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια μια στενή στρατηγική και αμυντική συνεργασία, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ.
Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν θα βελτιωθούν οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ. Το πραγματικό διακύβευμα είναι εάν η Τουρκία αποκτά εκ νέου κεντρική θέση στον αμερικανικό γεωστρατηγικό σχεδιασμό. Αν αυτό συμβεί, τότε οι ισορροπίες ισχύος σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο θα μεταβληθούν.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα: Ισχυρές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως πρόθυμος και προβλέψιμος εταίρος, τη στρατηγικής σημασίας βάση της Σούδας, την ένταξή της στο πρόγραμμα των F-35 και υψηλή αξιοπιστία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι οι συμμαχίες, όσο ισχυρές κι αν είναι, δεν υποκαθιστούν την εθνική στρατηγική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώνουν την πολιτική τους με γνώμονα τα παγκόσμια συμφέροντά τους και όχι αποκλειστικά τις περιφερειακές επιδιώξεις των συμμάχων τους.
Επομένως, η ελληνική αποτρεπτική ισχύς οφείλει να στηρίζεται πρωτίστως στις δικές της δυνατότητες, στις Ένοπλες Δυνάμεις, στην αμυντική βιομηχανία, στη διπλωματία, στην ισχυρή οικονομία, στην κοινωνική συνοχή, ως βασικές συνιστώσες μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής. Οι συμμαχίες αποτελούν πολλαπλασιαστή ισχύος, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν υποκατάστατο της εθνικής ισχύος.

