Με κομμένη την ανάσα ολόκληρη η ανθρωπότητα παρακολουθεί να εκτυλίσσεται για δεύτερο μήνα το πιο απαισιόδοξο σενάριο στον πόλεμο των ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν.
Η σύρραξη εξελίχθηκε σε περιφερειακή, τα στενά του Ορμούζ έκλεισαν σχεδόν ερμητικά για τη διέλευση των πλοίων, οι καταστροφές σε ενεργειακές υποδομές ξεπέρασαν τις 45 σε εννέα χώρες, η δε κλιμάκωση του πολέμου περνάει σε πιο επικίνδυνη φάση με την απειλή για εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων καθώς και χρήση «δύναμης που όμοιά της δεν έχει δει ποτέ κανείς» (D. Trump).
Παγκόσμια αναταραχή, κίνδυνοι και προκλήσεις
Ο πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει μεγάλες ανθρώπινες απώλειες, κυρίως στον άμαχο πληθυσμό με μεγάλη συμμετοχή παιδιών στα θύματα (βομβαρδισμοί σε σχολεία και πανεπιστήμια!), ενώ το τελικό περιβαλλοντικό και οικονομικό κόστος είναι ακόμη ανυπολόγιστο, όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, εκτιμάται πάντως ότι θα είναι από τα μεγαλύτερα που έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα. Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα που προκαλεί, έχει εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στα ύψη.
Το μεν πετρέλαιο τύπου Brent διαπραγματεύεται σταθερά πάνω από τα 100 δολ. το βαρέλι (159 Λίτρα), ενώ το αέριο κινείται στην ίδια κατεύθυνση και με την ίδια ένταση, αφού τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια προμήθειας είναι συνδεδεμένα με την τιμή του πετρελαίου. Οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις σε συνδυασμό με τις διαταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, εμπεριέχουν κινδύνους, οι οποίοι αποτυπώνονται σταδιακά στις οργανωμένες αγορές με μεγάλες απώλειες στις αποτιμήσεις των μετοχών, αλλά και στην αγορά κρατικών ομολόγων, όπου ο φόβος και η ανησυχία, ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρατεταμένη κρίση, έχει εκτοξεύσει τις αποτιμήσεις σε προβληματικά για την εξυπηρέτηση του χρέους των χωρών επίπεδα.
Είναι σαφές, ότι όσο διαρκεί ο πόλεμος με τις προοπτικές αποκλιμάκωσης να κινούνται σε θολό τοπίο, τόσο θα ενισχύεται η μεταβλητότητα στις αγορές με τις πληθωριστικές προσδοκίες να επιδεινώνονται.
Ταυτόχρονα ακυρώνεται κάθε σκέψη για μείωση των επιτοκίων από την πλευρά της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας FED, παρά την προοπτική αλλαγής της Διοίκησης, ενώ οι εκφρασμένες ανησυχίες της κυρίας Lagarde της ΕΚΤ πιθανόν να οδηγήσουν σύντομα σε μια μικρή έστω αύξηση του επιτοκίου αναφοράς, συμβολή στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Μια τέτοια εξέλιξη, σε συνδυασμό με τη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, ως αποτέλεσμα των ακριβότερων τιμών και της επακόλουθης πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας, θα διαμορφώσει, για την πασχίζουσα να ανακάμψει Ευρώπη τουλάχιστον, ένα τοπίο έντονων πληθωριστικών πιέσεων και αναιμικής ανάπτυξης. Σε συνδυασμό μάλιστα με τις αρνητικές επιδράσεις της δασμολογικής πολιτικής των ΗΠΑ, η επανεμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού θα πρέπει να θεωρείται αρκετά πιθανή.
Η ακρίβεια δοκιμάζει τα ελληνικά νοικοκυριά
Από τις καλπάζουσες αυξήσεις στις τιμές των ενεργειακών προϊόντων και τις επακόλουθες σε όλα εκείνα τα προϊόντα και υπηρεσίες, των οποίων η παραγωγή εξαρτάται από τις ποικιλόμορφες χρήσεις του πετρελαίου, καμία χώρα δεν θα μείνει αλώβητη. Κυρίως όμως θα πληγούν ασύμμετρα, οι εξαρτώμενες σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα, τα οποία είναι αναγκασμένες να τα εισαγάγουν, όπως η Ελλάδα με ένα ποσοστό γύρω στο 80%, ενώ το υπόλοιπο 20% καλύπτεται από τις ανανεώσιμες πηγές. Να σημειωθεί και εδώ η μεγάλη υστέρηση για τη χώρα μας έναντι του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανέρχεται στο 57%. Δυστυχώς, παρά την εισροή τεράστιων πόρων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, του ΕΣΠΑ αλλά και του εξωτερικού δανεισμού της περιόδου του Covid, δεν έγιναν οι απαιτούμενες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα για αύξηση του όγκου παραγωγής μέσω Ανανεώσιμων Πηγών, αποθήκευσης αλλά και επέκτασης των δικτύων μεταφοράς, ώστε να βελτιωθεί ο βαθμός ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Έτσι τώρα, έστω και αργά, απαιτείται η εφαρμογή μιας συντονισμένης προσπάθειας για αλλαγή του ενεργειακού μείγματος, που προϋποθέτει την κινητοποίηση σημαντικών κεφαλαίων σε βάθος χρόνου. Αυτή τη φορά όχι μόνο για περιβαλλοντικούς λόγους αλλά και ευρύτερα για καθαρά οικονομικούς, με στόχο τη διαφύλαξη και βελτίωση της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου.
Σε ότι αφορά τώρα τις πιθανές αντιδράσεις για την άμβλυνση των συνεπειών του πολέμου σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και το Eurogroup ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να εξετάσει την ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής, κάτι που έγινε κατά την περίοδο της πανδημίας.
Ο λόγος που αναφέρθηκε είναι το επικίνδυνο ύψος της υπερχρέωσης αρκετών χωρών, αλλά και η ανάληψη σημαντικών υποχρεώσεων για αμυντικές δαπάνες, αιτίες οι οποίες έχουν ήδη εξαντλήσει τον όποιο διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Συνεπώς, απομένει στις επιμέρους χώρες, σύμφωνα με τις δημοσιονομικές τους δυνατότητες να λάβουν σε εθνικό επίπεδο μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Άλλωστε, οι περισσότερες, σε ότι αφορά τη φορολόγηση των καυσίμων, κινούνται πολύ πάνω από το κατώτατο όριο που έχει θεσπίσει η σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία (35,9 σεντς το λίτρο και 15% στον ΦΠΑ), κάτι που παρέχει την ευχέρεια στα κράτη μέλη να προχωρήσουν σε μειώσεις, χωρίς να παραβιάζουν τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες.
Έτσι, καταγράφεται ήδη σε επτά χώρες μείωση στους Φόρους Κατανάλωσης Καυσίμων ή και Προστιθέμενης Αξίας στα καύσιμα αλλά και σε βασικά προϊόντα διατροφής, η κάθε μία με διαφορετικό ποσοστό αλλά και σκεπτικό. Στην Ελλάδα, είναι ήδη φανερό, ότι εκτός από την πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά, όχι μόνο λόγω των αυξήσεων στα καύσιμα για τη χρήση των μεταφορικών μέσων, αλλά και στα τρόφιμα, όπως επίσης και στους λογαριασμούς θέρμανσης και ρεύματος, οι επιπτώσεις στο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και στο καταναλωτικό τους επίπεδο, θα είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές, πολύ δε περισσότερο αν ο πόλεμος, όπως άλλωστε διαφαίνεται, θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια.
Για την ανακούφιση των νοικοκυριών η κυβέρνηση επέλεξε για άλλη μια φορά την αποτυχημένη επιδοματική της πολιτική με αποδέκτες περί τα 3,1 εκατομμύρια ιδιοκτήτες αυτοκινήτων, οι οποίοι βαφτίζονται αυτόματα «ευάλωτη ομάδα» και η ενέργεια «προοδευτική κοινωνική πολιτική». Είναι όμως αυτονόητο, ότι με 40-50 Ευρώ το δίμηνο, η ακρίβεια στα καύσιμα σε συνδυασμό με τις αυξημένες τιμές σε όλα τα βασικά προϊόντα, απέχουν πολύ από τις ανάγκες των πραγματικά ευάλωτων.
Αυτοί δεν προκύπτουν από τον έλεγχο των αμφισβητούμενης εγκυρότητας φορολογικών δηλώσεων, αλλά από επιτόπια έρευνα των συνθηκών διαβίωσης του καθενός, μέσα από επισκέψεις κοινωνικών λειτουργών. Οι επιπτώσεις στην πραγματική ελληνική οικονομία Η κρίση βέβαια δεν περιορίζεται μόνο στην επιβάρυνση των νοικοκυριών μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημά τους, αλλά μεταφέρεται σταδιακά και στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας ήδη σημαντικούς τομείς της.
Παρότι τα καύσιμα αποτελούν κυριολεκτικά την κινητήριο δύναμη για όλους τους κλάδους, οι τομείς που πλήττονται περισσότερο είναι: Ο τουρισμός, λόγω της γεωπολιτικής αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή μας αφενός, αλλά και εξαιτίας της επιβράδυνσης των οικονομιών στις χώρες προέλευσης τουριστών, αναμένεται να καταγράψει μείωση των αφίξεων αλλά και των αντίστοιχων εισπράξεων τουριστικού συναλλάγματος. Οι εξαγωγές, ως απόρροια της μειωμένης ζήτησης για ελληνικά προϊόντα από χώρες όπου αναμένεται συρρίκνωση των εισοδημάτων. Τόσο δε οι αρνητικές επιπτώσεις στον τουρισμό, όσο και στις εξαγωγές, θα επιδεινώσουν το ούτως ή άλλως προβληματικό Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της χώρας μας. Η βιομηχανία, όχι μόνο επειδή σε περιβάλλον αστάθειας το επενδυτικό κλίμα επιδεινώνεται, αλλά και λόγω της υψηλής ενεργειακής εξάρτησης, κυρίως στον χημικό και μεταλλευτικό τομέα, η οποία ανεβάζει το κόστος παραγωγής και μειώνει την ανταγωνιστικότητά της.
Η γεωργική παραγωγή ήδη πλήττεται καίρια, αφού οι χώρες του κόλπου είναι εκείνες που καλύπτουν το 30% της παγκόσμιας ζήτησης σε λιπάσματα, φυτοφάρμακα, ζωοτροφές κ.α. Πέραν των προβλημάτων επάρκειας, οι τιμές τους έχουν ήδη εκτοξευθεί διεθνώς στα ύψη, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής των γεωργικών προϊόντων και συνακόλουθα τις τιμές τους. Επισημαίνεται, ότι αν η διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων ξεπεράσει την καλλιεργητική περίοδο που μόλις ξεκινάει, θα εμφανισθούν διατροφικά προβλήματα, που μέχρι τώρα γνωρίζαμε μόνο από φτωχές χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου.
Συμπερασματικά, η νέα οικονομική κρίση που εξελίσσεται διαφέρει πολύ από τις προηγούμενες, όχι μόνο σε ότι αφορά τις αιτίες που τη δημιούργησαν, αλλά και διότι θα αφήσει μονιμότερες παρενέργειες στην παραγωγή και στην τροφοδοσία των οικονομιών με βασικά αγαθά για τη λειτουργία τους και την ευημερία των πολιτών. Η καταστροφή παραγωγικών μονάδων και εγκαταστάσεων αποθήκευσης θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για να αποκατασταθούν. Για τη χώρα μας επιβάλλεται η ανάπτυξη και υλοποίηση ενός σχεδίου απεξάρτησης για τόσο βασικά προϊόντα από μια μόνιμα ασταθή περιοχή, κυρίως μέσω της αλλαγής του ενεργειακού μας μείγματος, μακριά από τα ορυκτά καύσιμα και με γρήγορη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές. Αυτό απαιτεί, όχι μόνο το οικονομικό συμφέρον αλλά και το εθνικό. Η ευημερία του λαού μας δεν εξυπηρετείται με βερμπαλιστικές κορόνες περί σταθερότητας και επιδόματα, αλλά με αλλαγή δομών και παραγωγικού μοντέλου, τα οποία διασφαλίζουν ανθεκτικότητα και σιγουριά για το μέλλον του λαού μας.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΚΟΤΣΗΣ
*Καθηγητής Οικονομικών, τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς *Καθηγητής Οικονομικών, τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
ΠΗΓΗ
https://www.naftemporiki.gr/opinion/2093166/akriveia-avevaiotita-kai-sto-vathos-stasimoplithorismos/

